Γεννήθηκα των Βαΐων. Σημαδιακή μέρα. Μέχρι τα τριάντα τρία μου η ζωή μου δεν ήταν σπαρμένη με βάγια αλλά με αγκάθια. Και σε μια στιγμή, στο απόγειο της κινηματογραφικής μου καριέρας, μπήκα σαν Μεσσίας στη Λάρισα. Βέβαια, δεν μπήκα “επί πώλου όνου”, αλλά οι θαυμαστές μου σήκωσαν στα χέρια ένα μικρό “Οστενάκι” που είχα. Αυτό ήταν το πρώτο γλυκό ποτήρι που ήπια ύστερα από τόσα και τόσα πικρά…
Διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Μίμη Φωτόπουλου, ενός από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου, έχεις την αίσθηση ότι τον ακούς… Ακούς εκείνη τη χαρακτηριστική, μπάσα φωνή του να διηγείται όσα έζησε, από τότε που είχε την πρώτη του ανάμνηση. Μια εξομολόγηση με χιούμορ, τρυφερότητα, ανθρωπιά, σεμνότητα, αγάπη για το θέατρο, αγάπη για τη μητέρα του που έμεινε χήρα στα 25 της, αγάπη για την οικογένειά του.
Είναι το βιβλίο «Μίμης Φωτόπουλος. Το ποτάμι της ζωής μου», που προσφέρει αύριο Σάββατο στους αναγνώστες της «Η Εφημερίδα των Συντακτών» (το βιβλίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1984 από τις εκδόσεις Gutenberg και στη συνέχεια από τις εκδόσεις Καστανιώτη).
Ο Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986), ηθοποιός, θιασάρχης από το 1952, σκηνοθέτης από το 1960, αλλά και ποιητής και ζωγράφος, έπαιξε στη μακρόχρονη καριέρα του όλα τα είδη, από επιθεώρηση και βαριετέ μέχρι κλασικό ρεπερτόριο. Πρωταγωνιστής σε έργα των Τζαβέλλα, Σακελλάριου, Τσιφόρου αλλά και των Σέξπιρ, Ιψεν, Ανούιγ, Τσέχοφ, Γκόγκολ.
Αφηγείται τις αναμνήσεις του από την Αθήνα των παιδικών χρόνων, τον Καραγκιόζη του περίφημου Μόλλα, τις εκδρομές με το τραμ από την Ακαδημίας στο τέρμα Παλαιού Φαλήρου, τις πρώτες ταινίες που είδε στον κινηματογράφο της πλατείας Συντάγματος, τα σκασιαρχεία στον Εθνικό Κήπο, αλλά και την πραγματική ζωή της πόλης. «Πολυκατοικίες της εποχής, όχι του ύψους αλλά του πλάτους. Στην αυλή υπήρχε ζεστασιά, ανθρωπιά, η μια οικογένεια βοηθούσε την άλλη. Κάτω από την κληματαριά γεννητούρια, βαφτίσια, έρωτες, γάμοι, κιθάρες, μαντολίνα και συμπόνια. Αληθινή συμπόνια».
Θυμάται τα πολιτικά γεγονότα που έζησε, όχι και λίγα. Τους πανηγυρισμούς στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την ημέρα επιστροφής του βασιλιά Κωνσταντίνου, τη δικτατορία του Πάγκαλου, τους Μικρασιάτες πρόσφυγες.
«Στην Αθήνα των 300 χιλιάδων ήλθαν και προστέθηκαν 300 χιλιάδες πρόσφυγες. Ρακένδυτοι, με κάτι τρισάθλιους μπόγους και την απόγνωση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Τόσο εγκληματίες διευθύνανε τις τύχες μας; Μα τόσο εγκληματίες υπήρξαν οι πάντοτε σύμμαχοί μας; Κι από πάνω έχουμε και την αφέλεια να τους πιστεύουμε.
»Οχι οι κυβερνώντες, ο λαός. Αμα ακούω σύμμαχο, δεν ξέρω, ανατριχιάζω. Γι’ αυτό δεν πιστεύω και στην ΕΟΚ. Είναι ποτέ δυνατόν αυτά τα σαγόνια του καρχαρία να θέλουν το καλό μας; Πότε το θέλησαν;».
Η πρώτη του δουλειά ως πλασιέ ηλεκτρικών σίδερων. Οι εξετάσεις στη Γεωπονική αλλά και τη Φιλοσοφική Σχολή. Αλλά και η στιγμή που είδε την αγγελία στις εφημερίδες: «Εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου».
Ο πρώτος του ρόλος στη «Λοκαντιέρα» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά: «”Από κάπου πρέπει ν’ αρχίσεις” είπα στον εαυτό μου. “Παίξε λοιπόν τον υπηρέτη και μη μιλάς. Υπηρέτης σήμερα, άρχοντας αύριο!”. Η παράσταση τελείωσε χωρίς να με προσέξει κανένας. Δε στεναχωρήθηκα και πολύ. Κι επειδή από τότε με διέκρινε απέραντη μεγαλοθυμία, συγχώρησα το κοινό, μιας και ήμουν βέβαιος πως κάποτε θα με πρόσεχε…».
Η Κατοχή, η πείνα, η συμμετοχή στην ΕΑΜική αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, η σύλληψή του από τις βρετανικές μονάδες και ο εκτοπισμός του στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, από όπου θα επιστρέψει τον Μάρτιο του 1945 κατεστραμμένος, άνεργος, «γυμνός σαν σκουλήκι», με το σπίτι του καμένο από τους Αγγλους, ενώ η μητέρα του παλεύει «να ξαναστήσει στο σπιτικό μας χωρίς κλάψες, χωρίς βαριεστημάρα, συνηθισμένη στα χτυπήματα της ζωής και της μοίρας».
Πρώτη του ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». «Αυτό το ρολάκι, φίλε μου, θα μου άνοιγε το δρόμο της μεγάλης επιτυχίας στον κινηματογράφο. Αυτό το ρολάκι θα ήταν το προσάναμμα για ν’ ανάψει η κινηματογραφική φωτιά που θα μ’ έκανε δημοφιλή ως τα πιο απίθανα χωριά της Ελλάδας, που θα μ’ έκανε γνωστό στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, του Μπόστον, του Σίδνεϊ κι όπου αλλού φτάνουν οι ελληνικές ταινίες. Και κάποια βραδιά οι Ρώσοι θα μουρμούριζαν στους δρόμους της Μόσχας, “σλιπόγια”, δηλαδή “αόοομματος”…»
Και φυσικά το θέατρο. Μπουλούκια, επιθεωρήσεις, Μετροπόλιταν, Ρεξ, Κοτοπούλη, αλλά και Κουν. Μεγάλες επιτυχίες, θιασαρχικό ζευγάρι με τον Ντίνο Ηλιόπουλο.
«Ολα αυτά τα πενήντα χρόνια που έχω στο θέατρο, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου το πέρασα στα καμαρίνια. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ανατριχιάζω. Για σκέψου, πενήντα χρόνια σε κρατητήρια. Γιατί τα καμαρίνια όλων των αθηναϊκών θεάτρων είναι πραγματικά κρατητήρια…. Και κάθε βράδυ, ώρα εννέα, δίνεις το «παρών».
Βρέξει χιονίσει. Ακόμα κι αν έχεις σαράντα πυρετό. Κάτι σαν να σε καλούνε στην Ασφάλεια. Και αυτό να επαναλαμβάνεται κι όταν οι παραστάσεις ήταν δεκατέσσερις τη βδομάδα, από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις δώδεκα τα μεσάνυχτα μέσα στο ίδιο πάντα κλουβί χωρίς καμιά αργία για ξεκούραση».
Πολιτικοί λόγοι ήταν η αφορμή για να ασχοληθεί με τη ζωγραφική… «Ζωγράφο η χούντα μ’ έκανε. Στείλανε τη γυναίκα μου στη Γυάρο διότι ήτανε δημοτική σύμβουλος της Αριστεράς στο Μαρούσι. Εμεινα με τις δυο μου κόρες, μικρές τότε, να τις φροντίζω επειδή έλειπε η μάνα τους.
Τυχαία βρήκα κάτι σκάρτα γραμματόσημα κι άρχισα να κάνω αφηρημένος διάφορα διακοσμητικά σχήματα. Συνέχισα. Ο Μάριος Βαϊάνος πήρε τα έργα μου σε μια ομαδική έκθεση. Αρέσανε. Αγοραστήκανε και δύο. Εφτασα τις δέκα εκθέσεις. Φυσικά οι ζωγράφοι με σνομπάρουνε. Καλά κάνουνε. Αυτοί τη δουλειά τους κι εγώ τη δική μου».
