«Διηγηματογράφος χαμηλόφωνος, αδρός και λιτός, πλάγια ειρωνικός. Χτίζει απλές, σχεδόν ακύμαντες ιστορίες, πολλαπλώς όμως δραστικές, όπου από κάτω η συλλογική μοίρα του τόπου βράζει και διασταυρώνεται αποφασιστικά με την ατομική περιπέτεια των ηρώων του». Ετσι προλόγιζε ο Μισέλ Φάις από τη στήλη του στην εφημερίδα μας «Βιβλία στο προσκέφαλο» τον Δημήτρη Πετσετίδη, πριν από λίγες ημέρες, στις 29 Μαρτίου.
Κι εκείνος σε πρώτο πρόσωπο μιλούσε για τα βιβλία που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού του χαρακτήρα και τον σφράγισαν ως αναγνώστη και ως συγγραφέα. Από τα πρώτα του αναγνώσματα, τους «Αθλίους» του Ουγκό, τη «Ζωή εν τάφω» του Μυριβήλη, τον Στάινμπεκ («Ανθρωποι και ποντίκια»), τον Καζαντζάκη, μέχρι πώς ανακάλυψε νεαρός τους Ρώσους (Ντοστογιέφσκι, Τσέχοφ), τον Μάρκες, τον Τόμας Μαν και πώς μελετούσε Τζέιμς Τζόις, Παπαδιαμάντη, Φόκνερ σε ώριμη ηλικία.
Ο Δημήτρης Πετσετίδης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, σε ηλικία 77 ετών. Γεννήθηκε στη Σπάρτη το 1940, σπούδασε Μαθηματικά στην Αθήνα και δίδαξε για πολλά χρόνια σε φροντιστήρια, ενώ υπήρξε υπεύθυνος ύλης του περιοδικού της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας.
Ακούραστος υπηρέτης της μικρής φόρμας, άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα στα «Νέα» το 1977, συνεργάστηκε με το περιοδικό «Το δέντρο», ενώ παράλληλα έκανε γελοιογραφίες για περιοδικά και εφημερίδες («Αντί», «Ταχυδρόμος», «Επίκαιρα», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», «Εξόρμηση», «Ποντίκι» κ.ά.). Εχει εκδώσει επτά συλλογές με διηγήματα και τη νουβέλα «Τροπικός του Λέοντος», ενώ το 2011 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Ουράνη για το σύνολο του έργου του.
Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Επί τέσσερα» κυκλοφόρησε το 2014 από την Εστία και με την ευκαιρία αυτή ο Δ. Πετσετίδης έγραφε στην «Εφ.Συν.»: «Περιέχονται είκοσι πέντε διηγήματα σε τέσσερις ενότητες. Στην πρώτη από αυτές επιμένω στα θέματα τα αντλημένα από τις δύσκολες καταστάσεις των δεκαετιών του ’40 και του ’50, γιατί έχω την αίσθηση ότι ούτε η Κατοχή ούτε ο Εμφύλιος εξέλιπαν από την ελληνική πραγματικότητα ώς τα σήμερα. (…)
»Ο υποφαινόμενος γράφω και αφήνω τον αφηγητή μου να διηγείται. Αν τα όνειρα, οι φαντασίες, οι εφιάλτες μας είναι βιώματα, τότε πρόκειται για κείμενα βιωματικής γραφής.
»Ακόμη, στο βιβλίο υπάρχουν και “σχέδια του συγγραφέα”, τα οποία όμως παρασάγγες απέχουν από τις εικόνες που υπήρχαν στον νου μου ως ερεθίσματα. Μα δεν με συγκίνησε η κρίση; Μου άρκεσε η ακροτελεύτια φράση του διηγήματος “Αλλιώτικος πόλεμος”: Και τώρα, σε αλλιώτικο πόλεμο μας έβαλαν».
