Κατεβαίνοντας το υπόγειο της γκαλερί Ζουμπουλάκη, ήχοι από εκρήξεις παγώνουν το αίμα, όμως η πηγή της αναταραχής κρύβεται πίσω από έναν τοίχο, στο ασπρόμαυρο βίντεο «Ασκήσεις ομοιοπαθητικής για στρατηγούς», όπου ο Νίκος Τρανός σκηνοθετεί μικρές εκρήξεις πύργων από… ζαχαρόκυβους.
Δίπλα, εικόνες καταστροφής αλλά και αναγέννησης. Γλυπτά από ψημένο άργιλο, τεράστια και εύθραυστα, με γυαλιστερά χρώματα -μαύρα, ροζ, κόκκινα-, όμοια με κτίρια που καταρρέουν και λιώνουν από πυρηνική έκρηξη, σαν ηφαίστεια που αναβλύζουν λουλούδια, σύμβολα με σταυρούς του μαρτυρίου, το στέμμα της ματαιοδοξίας, τον χρυσό της αιωνιότητας…

Ολα πάνω σε έπιπλα που ο καλλιτέχνης έχει βρει πεταμένα στους δρόμους της Αθήνας. Μάρτυρες αστικών βιωμάτων και ανθρώπινων μέτρων χτίζουν μια ασφυκτική δομική σχέση με τα υπερμεγέθη κεραμικά που τα καταλαμβάνουν, καταπλακώνουν, εγκλωβίζουν.
«Τα μικρά μπιμπελό, ταξιδιωτικά, λατρευτικά, που όλοι έχουμε στα σπίτια μας, ήταν έναυσμα γι’ αυτά τα κεραμικά», μας λέει ο Νίκος Τρανός, ενώ ξεφυλλίζει ένα βιβλίο που έχει κάνει με αποσπάσματα από διάφορα κείμενα τα οποία έχουν γραφτεί από τον Μπρετόν, τον Μπρεχτ, την Αρεντ μέχρι τον Μπένγιαμιν, τον Κανδύλη, τον Παπαμάρκο. «Ο άνθρωπος πηγαίνει με την όπισθεν και βλέπει όλο καταστροφές.
Η καταστροφή είναι ο κύκλος της ζωής. Η ανθρωπότητα ψάχνει πάλι μια καινούργια ουτοπία. Ποια θα είναι αυτή; αναρωτιέμαι».
Γιατί επέλεξε τον πηλό; «Είναι δομικό υλικό, πρωτόγονο, κι ένα εργαλείο για να δούμε τη φύση, τον κόσμο, ποιοι είμαστε και τι κάνουμε», εξηγεί. «Ενα εργαλείο, τελικά, που έχει στα χέρια του ο καλλιτέχνης για να στοχαστεί και να βάλει τους άλλους να ξανασκεφτούν. Γιατί η τέχνη υπονοεί και υπονομεύει.
Ο δημιουργός μπορεί να κάνει όσους φόνους θέλει στην τέχνη. Φυσικά υπάρχει και αστυνομία των τεχνών, αλλά ο καλλιτέχνης μπορεί και στοχάζεται χωρίς να τον ελέγχει κανείς».

Η έκθεση του γνωστού εικαστικού και δασκάλου στην Καλών Τεχνών με τίτλο «White Power» περιλαμβάνει κι άλλες αφηγήσεις. Στους τοίχους μια φρίζα περιλαμβάνει έγχρωμα 250 σχέδια με σύγχρονες αστικές ιστορίες. Γκράφιτι από τοίχους -«με γοητεύουν και θέλω να μάθω πώς τα έχουν κάνει οι στριτ άρτιστ»-, τηλεπερσόνες «που δημιουργούν το στιλ της εποχής», καλλιτέχνες που έχουν πεθάνει, από τον Πρινς, τον Φρέντι Μέρκιουρι, μέχρι τον Γιώργο Λάππα, κάπου αλλού η βασίλισσα Ελισάβετ όπως τη ζωγράφισε ο Λούσιαν Φρόιντ, αλλά και η πρώτη φράση που διάβασε ο γιος του όταν πήγε σχολείο: «άντε γαμήσου»…
Σ’ ένα τραπέζι πάλι, βρίσκεται η αλληλογραφία ανάμεσα σε έναν μετανάστη στη Γερμανία και τη μάνα του στην Αθήνα την πενταετία 1966-71, γράμματα που κι αυτά τα βρήκε πεταμένα στα σκουπίδια, «για να μας υπενθυμίσουν ότι μέσα από τη γέννα υπάρχει μέλλον».
Από το τοπικό περιβάλλον περνάει στο διεθνές ο Νίκος Τρανός κι αντίστροφα. «Δουλεύω όπως οι μουσικοί. Κάνω μια μεγάλη σύνθεση από επιμέρους έργα που στέκουν και μόνα τους», λέει.
«Το έργο είναι μια μυθοπλασία, μιλάει με πλάγιο τρόπο, όχι ευθέως, επειδή ο καλλιτέχνης δεν είναι πολιτικό πρόσωπο, αλλά ο παραμυθατζής, ο μάγος της φυλής, και η αφήγησή του έχει κάτι το μαγικό και ιαματικό ταυτόχρονα».
Αυτά μεταφέρει ο ίδιος στους μαθητές του; «Η εκπαίδευση είναι αγάπη μεγάλη και ευθύνη. Δεν κάνεις ανταγωνιστικούς καλλιτέχνες, σπουδαίος κάποιος γίνεται μόνος του, αλλά η αγωγή διδάσκεται. Είναι αυτή που θα σε κάνει να ζήσεις και να ζήσεις εν ειρήνη. Βλέπω τον εαυτό μου σαν κιουρέιτορ με την έννοια του φροντιστή των άλλων, του δάσκαλου και βοσκού».

Είναι δύσκολη η επιβίωση για τους νέους καλλιτέχνες στην Ελλάδα σήμερα; «Δεν ξέρω τι ακριβώς σκέφτονται, ασφαλώς έχουν διάφορα προβλήματα, μπορώ όμως να πω πως όταν ήμουν εγώ μικρός ζούσα σαν βουκόλος στους Ζάρακες Ευβοίας, μαζί με τα ζώα, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά δεν μου έλειψε κάτι.
Τα παιχνίδια τα φτιάχναμε εμείς και τρέχαμε ξυπόλητοι. Πρέπει καθένας να μάθει να επιβιώνει με την κατάσταση που βρίσκει. Να μην μπαίνει στη διαδικασία της κατανάλωσης που δεν έχει τέλος, να αναστοχάζεται τις ανάγκες του, να κάνει μια σύμπτυξη».
Και η «έξοδος» στην αγορά τέχνης; «Σίγουρα η αγορά δεν κινείται, όμως γίνονται πολλές εκθέσεις, οι καλλιτέχνες βρίσκονται σε εγρήγορση και χρησιμοποιούν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η επικοινωνία είναι μεγάλη κι από τη στιγμή που επικοινωνούμε θα βγουν οι “σοφοί” της εποχής. Είναι σημαντικό οι νέοι να βρίσκονται, να δουλεύουν, να παλεύουν στη ζωή για να καταλάβουν την αλήθεια της».

Γκαλερί Ζουμπουλάκη, πλ. Κολωνακίου 20,
τηλ. 210 3608278. Μέχρι 21 Απριλίου.
