Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κωστής Λιβιεράτος, εκδότης, δοκιμιογράφος και υπεύθυνος σεμιναρίων, μέλος του προηγούμενου Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου γράφει για το απερχόμενο Συμβούλιο του ΕΚΚ (μέρος του κειμένου δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοσή μας, εδώ το διαβάζουμε ολόκληρο).

«Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο τον Νοέμβριο όταν, σε συνάντηση του Δ.Σ. με τον Υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά και το επιτελείο του, βρεθήκαμε έκθετοι για μια σειρά παράνομες ή παράτυπες πράξεις» γράφει για τον Γενικό Διευθυντή του ΕΚΚ Γρηγόρη Καραντινάκη ο κ. Λιβιεράτος

Υπενθυμίζουμε, τόσο ο κ. Καραντινάκης όσο και ο πρόεδρος του ΔΣ του ΕΚΚ Αλέξης Γρίβας παύθηκαν από τη θέση τους μετά από απόφαση του ΥΠΠΟ Αριστείδη Μπαλτά. Αν διαβάσετε όσα γράφει ο κ. Λιβιεράτος παρακάτω, θα καταλάβετε κι εσείς πολύ καλά το γιατί. Ιδού:

Όσοι είχαμε την τύχη ή την ατυχία να συμμετάσχουμε σ’ ένα από τα πιο σύντομα διοικητικά συμβούλια στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους –το Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, που διορίστηκε τον Φεβρουάριο του 2015 και παύτηκε λίγες μέρες πριν– δεν μπορούμε βέβαια να επικαλεστούμε κάποιο αξιόλογο έργο που αφήνουμε πίσω μας.

Εξ ου και η αίσθηση αποτυχίας μπροστά σ’ «αυτό το αξεδιάλυτο θολό κουβάρι», που εξέφρασαν με ειλικρίνεια οι δύο συνάδελφοι και φίλες Όλια Λαζαρίδου και Εύα Στεφανή (επιστολή, 7 Ιανουαρίου), εξηγώντας γιατί είχαν παραιτηθεί ήδη πριν από την παύση του Δ.Σ. Έχουμε ωστόσο αποκτήσει μια συμπυκνωμένη, επώδυνη όσο κι αξέχαστη εμπειρία, που καλό είναι, νομίζω, να μη μείνει μεταξύ μας. Ιδίως τώρα που η διάλυση και αντικατάσταση του Συμβουλίου είναι ανοιχτή σε κάθε είδους παρερμηνείες.

Για παράδειγμα, οι ομοιότητες ανάμεσα στις παρεμβάσεις του κράτους στο ΕΚΚ και στο Φεστιβάλ Αθηνών που προβάλλονται από δημοσιογράφους και ενδιαφερόμενους είναι μάλλον παραπλανητικές. Αντίθετα, μια βαθύτερη ομοιότητα, που αφορά την τάση ιδιωτικών συμφερόντων να εκμεταλλεύονται δημόσιους πόρους και εξουσίες (όπως οι εταιρείες που φέρονται να διπλοπληρώθηκαν για τις υπηρεσίες τους στο Φεστιβάλ Αθηνών), περνάει απαρατήρητη – σε σύμπνοια με το νεοφιλελεύθερο πνεύμα των καιρών, όπου η (ορθή) κριτική της κακοδαιμονίας του δημοσίου ή του συνδικαλισμού αφήνει στο απυρόβλητο εκείνη του ιδιωτικού τομέα.

Η εμπειρία του απερχόμενου Δ.Σ. του ΕΚΚ θέτει σε μικρογραφία αυτό το ευρύτερο ζήτημα. Σ’ αυτήν επικεντρώνεται η παρακάτω συνοπτική έκθεση της αδιέξοδης πορείας του, στηριγμένη στην επιστολή παραίτησης που υπέβαλα στο υπουργείο Πολιτισμού την 1-12-2015 (μία από τις «έγγραφες καταγγελίες» που αναφέρει η ανακοίνωσή του) και ανακάλεσα για καθαρά διαδικαστικούς λόγους στις 4-12. 

Tο Δ.Σ. του ΕΚΚ, που διορίστηκε από τον υπουργό Πολιτισμού Ν.Γ. Ξυδάκη (19-2-2015), ξεκίνησε με καλές προϋποθέσεις: μέλη κατά τεκμήριο άφθαρτα και ικανά, με σχετικά κοινό προσανατολισμό και στόχο την άρση της κακής κατάστασης στην οποία είχε φέρει το Κέντρο το προηγούμενο Συμβούλιο  και την επανεκκίνηση της υποστηρικτικής του δράσης προς την κινηματογραφική παραγωγή.

Με δεδομένη την αδυναμία του να εγκρίνει προτάσεις ή άλλες δημιουργικές πρωτοβουλίες μέχρι να αποκτήσει νέο Γενικό Διευθυντή, ο Διαχειριστικός και Λογιστικός Έλεγχος του ΕΚΚ που ανέθεσε σε εταιρεία ορκωτών λογιστών ήταν ό,τι πιο σημαντικό θα είχε να επιδείξει το νέο Συμβούλιο στο πρώτο εξάμηνο της θητείας του. Γι’ αυτό και ήταν σοκαριστική η πληροφορία που ήρθε στις αρχές Αυγούστου (απολύτως έγκυρη και διασταυρωμένη) ότι είχε υπάρξει παρέμβαση στη διαδικασία ανάθεσης του Διαχειριστικού και Λογιστικού Ελέγχου προκειμένου να γίνει δυνατός ο επηρεασμός του.  

Απέναντι σ’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα διαμορφώθηκαν δύο κύριες αντικρουόμενες απόψεις. Η μειοψηφία (ο Πρόεδρος Αλέξης Γρίβας – σε συμφωνία με τη νέα νομική σύμβουλο και με την περιστασιακή συνηγορία του Γενικού Διευθυντή) υποστήριξε ότι όλα είχαν πάει καλά με τον Διαχειριστικό Έλεγχο, τόσο που τα μέχρι τότε αποτελέσματά του μπορεί να αρκούσαν και να μην υπήρχε λόγος για συνέχεια. Μια πλειοψηφία τεσσάρων μελών (Όλια Λαζαρίδου, Κώστας Λιβιεράτος, Εύα Στεφανή, Κώστας Τερζής) έκρινε ότι η αξιοπιστία του Ελέγχου ήταν αμφίβολη, εξ ου και η ανάγκη να διερευνηθεί το ζήτημα ή τουλάχιστον να διορθωθεί η πορεία.

Η διένεξη που προέκυψε και επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα είχε καταλυτικές συνέπειες για το Δ.Σ. και βλαβερές επιπτώσεις στο ΕΚΚ: εισήγαγε διαιρετικές πρακτικές προσεταιρισμού και στοχοποίησης ανάμεσα στα μέλη του Συμβουλίου και διέλυσε το αίσθημα σύμπνοιας και κοινής αποστολής που αρχικά το συνείχε. Ήταν ο κύριος παράγοντας που ώθησε αρχικά δύο μέλη του σε παραίτηση κι έκανε άλλα ν’ αρχίσουν να σκέφτονται σοβαρά το ενδεχόμενο.

Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο τον Νοέμβριο όταν, σε συνάντηση του Δ.Σ. με τον Υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά και το επιτελείο του, βρεθήκαμε έκθετοι για μια σειρά παράνομες ή παράτυπες πράξεις (σύμβαση του Γενικού Διευθυντή με το ΕΚΚ, συμφωνητικό εχεμύθειας, προκήρυξη θέσης διευθυντή Διεθνών Παραγωγών/FilmCommission). Για τις πράξεις αυτές επιχειρήθηκε από την πλευρά της μειοψηφίας να εμφανιστούμε όλοι πλήρως ενημερωμένοι και συνυπεύθυνοι, εκεί που, στην καλύτερη περίπτωση, θα έλεγε κανείς ότι είχε εκμαιευτεί η συναίνεση και εξουσιοδότησή μας σε αποφάσεις με αδιευκρίνιστο περιεχόμενο. 

Προσωπικά είχα θεωρήσει ότι μια συντεταγμένη πορεία με πρωτοβουλία της πλειοψηφίας θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ έναν «έντιμο συμβιβασμό» ικανό να περιορίσει το πρόβλημα. Ωστόσο, μπροστά στα αλλεπάλληλα κρούσματα παρασκηνιακής δράσης και χειραγώγησης, τον κίνδυνο ακούσιας εμπλοκής σε παραπτώματα άλλων και τη σταδιακή αποχώρηση καλών συναδέλφων (ένας τρίτος είχε ήδη αποφασίσει να παραιτηθεί), είδα ότι χάνονταν οι ελπίδες να ξεπεραστεί η κρίση του Δ.Σ., άρα και το νόημα της παραμονής μου σ’ αυτό.

Έθεσα τότε και τη δική μου παραίτηση στη διάθεση του Υπουργού. Δεν είχα όμως αντιληφθεί ότι, προκαλώντας έτσι, ως τέταρτος παραιτούμενος, τη διάλυση του Συμβουλίου, συντελούσα στην οριστική έξοδο ορισμένων συναδέλφων που δεν ευθύνονταν για την κακή τροπή των πραγμάτων – κάτι που,ιδίως αν εγώ είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω στο επόμενο σχήμα, δεν θα μπορούσα να δικαιολογήσω στον εαυτό μου και στους άλλους. Συνειδητοποιώντας το λίγες μέρες αργότερα,ανακάλεσα την παραίτησή μου (με τη σκέψη ότι αυτό δεν θα εμπόδιζε το υπουργείο να προβεί με άλλο τρόπο στην όποια αναδόμηση). Δεν ανακάλεσα καθόλου βέβαια τις θέσεις και εκτιμήσεις που με είχαν οδηγήσει σ’ αυτήν και που συνοψίζονται στα εξής:

Τα προαναφερμένα προβλήματα δεν είχαν να κάνουν με απλά λάθη, περιστασιακές παρεξηγήσεις ή ασυμφωνία χαρακτήρων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αλλεπάλληλες εκκλήσεις και απόπειρες να διαλευκανθούν προσέκρουαν σ’ έναν τοίχο αδιαφάνειας και ασυνεννοησίας. Πεποίθησή μου είναι ότι η εμπλοκή οφειλόταν στην ύπαρξη ενός είδους λόμπι εντός και εκτός του ΕΚΚ: στη λειτουργία δηλαδή, και μέσα στο ίδιο το «στρατόπεδο των καλών» που ήρθαν να καθαρίσουν τα πράγματα, ενός άτυπου, εξωθεσμικού πόλου συμφερόντων και εξουσιών (ενδεχομένως μικροσυμφερόντων και μικροεξουσιών – δεν χρειάζεται να προσφύγει κανείς σε θεωρίες συνωμοσίας με πρωταγωνιστή κάποια πανίσχυρη δύναμη), ο οποίος επιδιώκει να αυξήσει την επιρροή του στο χώρο του κινηματογράφου, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων το Κέντρο.

Ακόμη κι αν οι σκοποί του είναι προτιμότεροι από κείνους της «προηγούμενης κατάστασης» και κάποιοι συντελεστές του έχουν προσφέρει αξιόλογες υπηρεσίες στο ΕΚΚ, τα μέσα που χρησιμοποιεί δεν «αγιάζονται»  και μεθοδεύσεις σαν αυτές που επισημάνθηκαν  δεν θα μπορούσαν να γίνουν ανεκτές από κανέναν άνθρωπο που σέβεται τον εαυτό του κι έχει στοιχειώδη αντίληψη του δημόσιου συμφέροντος.

Είναι άλλωστε μεγάλη ειρωνεία να έχουμε ξεκινήσει εξαγγέλλοντας ένα είδος «επιχείρησης καθαρά χέρια» στο ΕΚΚ και να καταλήγουμε στην εξυπηρέτηση «ιδιοτελών κύκλων» (διαφορετικών, και μάλλον πιο επιτήδειων, από κείνους που φαίνεται να εννοεί ο Πρόεδρος – επιστολή, 6 Ιανουαρίου). Για τη διαίρεση και τον εκφυλισμό ενός Συμβουλίου που ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, για την υπονόμευση της εξυγίανσης και της επανεκκίνησης του Κέντρου σε μια κρίσιμη φάση, όπου θα έπρεπε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή για την υπεράσπιση των ζωτικών πόρων του ελληνικού κινηματογράφου, ο πόλος αυτός φέρει ακέραια την ευθύνη.

Ευχή λοιπόν για μια καλύτερη κινηματογραφική χρονιά: αν η νέα διοίκηση του ΕΚΚ (καθ’ όλα ικανή και καταρχήν απαλλαγμένη από τα παραπάνω βαρίδια), μαζί με την αυτονόητη προτεραιότητα στην έγκριση προτάσεων και τη διεκδίκηση πόρων, λάβει υπόψη αυτή τη σύντομη αλλά αποκαλυπτική εμπειρία, το Κέντρο θα θωρακιστεί απέναντι σε παλιούς και νέους επίδοξους σφετεριστές και η δική μας θητεία δεν θα έχει πάει (ολότελα) χαμένη.  

ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ* 12-1-2016 (Εκδότης, δοκιμιογράφος και υπεύθυνος σεμιναρίων, μέλος του προηγούμενου Δ.Σ. του ΕΚΚ)

* Ορισμένα μέλη εκείνου του Συμβουλίου που δεν αποδέχτηκαν την παύση τους κι ένας επίδοξος Γενικός Διευθυντής του ΕΚΚ που δεν έφτασε να διοριστεί τελικά σ’ αυτή τη θέση κινήθηκαν εναντίον του νέου Δ.Σ. με επικοινωνιακά αλλά και με ένδικα μέσα, αναγκάζοντάς το έτσι να προχωρήσει με πολύ προσεκτικές (και χρονοβόρες) κινήσεις προκειμένου να μην πέσει σε παγίδες.

* Ο Γρηγόρης Καραντινάκης, διωγμένος από το προηγούμενο Δ.Σ. εν μέσω της πρώτης θητείας του, επανεκλέχτηκε τον Ιούνιο και ανέλαβε καθήκοντα στο τέλος του καλοκαιριού.

* Ας σημειωθεί ότι, μόλις τον Αύγουστο, με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τη συμβατική υποχρέωση, παραδόθηκε το πόρισμα ενός «πρώτου μέρους» του Ελέγχου, που αφορούσε την οργάνωση και λειτουργία του ΕΚΚ, ενώ εκκρεμούσε το «δεύτερο» και σοβαρότερο μέρος που θα εξέταζε τη συμμετοχή του στην παραγωγή ταινιών, για το οποίο θα έπρεπε μάλιστα να προβλεφθεί νέα αμοιβή, πέραν της αρχικά συμφωνημένης.

* Ότι αυτές δεν μπορούν να εκτεθούν διεξοδικότερα εδώ, καθώς τόσο εγώ όσο και άλλοι συνάδελφοι έχουμε ήδη απειληθεί εμμέσως με μηνύσεις, είναι η θλιβερή απόδειξη πως βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο…