Τσαλακωμένα σεντόνια, το φως του απογεύματος, το μαγαζί με τα γυναικεία αξεσουάρ, οι σκάλες, η κίνηση του λεπτοδείκτη, μια αλατιέρα, μια τσάντα, τα ποτήρια μιας σχεδόν διαρκούς ρακοποσίας και εκατοντάδες τσιγάρα. Και ανάμεσα σ’ αυτά αισθησιακά, ανεπαίσθητα αγγίγματα και ηλεκτρισμένα βλέμματα. Ή στον αντίποδα καταιγιστικές ερωτικές συναντήσεις, φιλιά κι αγκαλιάσματα άγρια από τον πόθο. Κι ακόμα θάλασσες από ηλιοτρόπια που κυματίζουν ζωγραφίζοντας την ηλιόλουστη φαντασίωση μιας επίγειας Εδέμ. Ή στον αντίποδα η πραγματικότητα μιας Κωνσταντινούπολης της δεκαετίας του ‘70 με απολύτως απτό το χάσμα των τάξεων, το φάσμα της πολιτικής και κοινωνικής ανελευθερίας και το δράμα της γυναικείας μοίρας που δεν διαψεύδεται ούτε ακόμα κι από έναν έρωτα αποφασισμένο να συρθεί στα πόδια της πολύτιμης αγαπημένης.
Ολα όμως μεταφερμένα στην οθόνη με σεβασμό όχι μόνο στη γραφή του Ορχάν Παμούκ, στις βαθύτερες έννοιες και στους συμβολισμούς του, αλλά και στις παραμικρές αφηγηματικές του αποχρώσεις, είτε περιγράφει με τη διάσημη αφοσίωση και μαεστρία του τη νυν και αεί ηρωίδα του, την αγαπημένη του Πόλη, τις συνοικίες, τις μυρωδιές, τις συνήθειες και τις φυσιογνωμίες της, αλλά και τον διαρκή κλυδωνισμό της ανάμεσα στις άτεγκτες οθωμανικές παραδόσεις και την προσδοκία της δυτικόφερτης προόδου, είτε το υπερβατικό ενός έρωτα που, αν και εκπληρώνεται στο τέλος, παραμένει ανεκπλήρωτος στον βαθμό που το ερωτικό υποκείμενο σε μια ύστατη επαναστατική πράξη αρνείται να κατακτηθεί.
Το «Μουσείο της αθωότητας» (2008), κατά κάποιους το magnum opus του Τούρκου νομπελίστα αν και γραμμένο δύο χρόνια μετά το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ύστερα από αλλεπάλληλες εκδόσεις, πωλήσεις εκατομμυρίων αντιτύπων και μεταφράσεις σε 60 γλώσσες (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Στ. Βρετού), έγινε σειρά 9 επεισοδίων που προβάλλεται λίγο καιρό τώρα στο Νέτφλιξ, σε σκηνοθεσία της Zeynep Gunay, που μοιάζει να κερδίζει ένα πολύ μεγάλο (κυριολεκτικά 700 σελίδων) και πολύ ριψοκίνδυνο, πολυεπίπεδο στοίχημα.


Η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από έναν μεγάλο έρωτα, τόσο μεγάλο και τόσο λογοτεχνικά εύστοχο ώστε να συνομιλεί ευθέως με άλλα ανάλογα αριστουργήματα της λογοτεχνίας, όπως π.χ. το «Ενας έρωτας του Σουάν» του Μαρσέλ Προυστ. Ο έρωτας που περιγράφει ο Παμούκ μεταξύ του Κεμάλ, γιου εύπορης οικογένειας βιομηχάνων, και της μακρινής του συγγενούς και κόρης βιοπαλαιστών, Φισούν, είναι τόσο άπιαστος και σφοδρός και εξιδανικευμένος, τόσο πλήρης κοινωνικών εμποδίων, τόσο αιχμάλωτος ταξικών και κοινωνικών στερεοτύπων, τόσο μοιραίος που καταλήγει στην καλύτερη περίπτωση να γίνει μνημείο. Ή μάλλον μουσείο που γεμίζει από ενθύμια συνδεδεμένα με την ερωτική ιστορία, τις μέρες και τις στιγμές της, ταπεινά αντικείμενα ευλογημένα από το παραμικρό άγγιγμα της άπιαστης, εξιδανικευμένης αγαπημένης.
Ξέρουμε πως και ο ίδιος ο Παμούκ, αν και έχει αρνηθεί ότι το μυθιστόρημά του είναι αυτοβιογραφικό, έχει φτιάξει στα αλήθεια από το 2012 σε μια συνοικία της Πόλης το «Μουσείο της αθωότητας» με εκθέματα που παραπέμπουν στο μυθιστορηματικό ζευγάρι των εραστών και εντυπωσιακότερη μια εγκατάσταση φτιαγμένη υποτίθεται από τις γόπες των τσιγάρων που άγγιξαν τα χείλη της Φισούν. Σε ποια αγαπημένη όμως ομνύει τελικά το μουσείο; Στη Φισούν ή στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, την πανέμορφη πόλη που τη συντρίβει η επίγνωση της μοίρας της, οι διαψεύσεις, οι επίδοξοι κατακτητές, όλοι αυτοί οι άντρες που θέλουν να την αποκτήσουν, να την υποτάξουν, να την καθορίσουν;
Δεν υπάρχει απάντηση σ’ αυτό, καθώς το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί ως ερωτικό δράμα ή και ως πολιτική αλληγορία. Ουδείς εμποδίζει τον αναγνώστη του να κάνει τις δικές του αναγωγές, ενώ αντιθέτως τα πάντα και οι πάντες εμποδίζουν τους δύο νεαρούς εραστές της αφήγησης να επιλέξουν αυτό που ονειρεύονται. Μα κι αυτό που ονειρεύονται δεν συμπίπτει μ’ αυτό που είναι οι ίδιοι αλλά κι ο περίγυρος. Ετσι, όσο απόλυτα δοσμένος στον έρωτά του κι αν είναι ο Κεμάλ, δεν ξεφεύγει ποτέ από το πατριαρχικό πλαίσιο της εποχής του και της τάξης του, ούτε στην αρχή όταν, αφελής και μοιραίος, θεωρεί ότι στη νεαρή Φισούν αρκεί ο ρόλος της ερωμένης, ούτε και αργότερα όταν εγκαταλειμμένος θα συρθεί στα πόδια της και θα υποστεί καρτερικά τις ταπεινώσεις, διατηρώντας ως υπέρτατο όνειρο όχι την αμοιβαία ελευθερία, αλλά έναν μικροαστικό συμβιβασμό που θα κατέληγε στους γαμήλιους όρκους ενός καθωσπρέπει ζευγαριού.
Αλλά και η Φισούν, που έχει προβάλει στον Κεμάλ μια ευκαιρία να υπάρξει λατρεμένη, ελεύθερη, κοινωνικά ισότιμη κι αποδεκτή, θα συνειδητοποιήσει πως ο έρωτας είναι μια παντοτινή ουτοπία που μετατρέπει για λίγο τις γκρίζες συνοικίες και τα τακτοποιημένα διαμερίσματα σε ηλιοχώραφα. Κι αυτό ακριβώς το επαμφοτερίζον στοιχείο, το αισθησιακό ή πεζό, το ονειρικό ή γκρίζο, το εξιδανικευμένο ή χυδαίο, το υπερβατικό ή το τρομακτικά πεζό, συλλαμβάνει στη σκηνοθετική της απόδοση η Zeynep Gunay, βασισμένη στη σεναριακή μεταγραφή του μυθιστορήματος του Παμούκ από τον Ertan Kurtulan. Η σειρά των 9 επεισοδίων έγινε πάντως υπό την άγρυπνη ματιά του συγγραφέα, που άλλωστε σ’ ένα από τα επεισόδια εμφανίζεται φευγαλέα.
Ο θεατής δεν μπορεί παρά να αιχμαλωτιστεί κι από το καστ και τις ερμηνείες τους, πρωτίστως από αυτές του πρωταγωνιστικού ζευγαριού: του Σελαχατίν Πασαλί (που παίζει με το σώμα και το βλέμμα) και της καλλονής Εϊλούλ Λίζε Καντεμίρ. Οι δυο τους πλαισιώνονται από έναν περίγυρο γονέων, φίλων και της επίσημης αρραβωνιαστικιάς (Ογια Ουνουστάσι) του Κεμάλ, που ενσαρκώνονται από εξίσου εξαιρετικούς ηθοποιούς. Αλλά ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται και το σάουντρακ της σειράς που κι αυτό κλείνει το μάτι στο βασικό θεματολογικό μοτίβο μιας διχασμένης Πόλης, περιλαμβάνοντας υπέροχα τουρκικά τραγούδια, αλλά και διάσημα «ευρωπαϊκά» των 70s σε αυθεντικές εκτελέσεις ή τουρκικές διασκευές – ο ίδιος ο Παμούκ έδινε μεγάλη βαρύτητα στους ήχους και τις μουσικές που ανέδιδαν οι αφηγήσεις του και το ίδιο φρόντισε να ισχύσει και μέσα στο Μουσείο του με μουσικό επιμελητή τον Cevdet Erek.
Δεν είναι ποτέ δεδομένο ασφαλώς ότι μια κινηματογραφική μεταφορά ενός τόσο διάσημου μυθιστορήματος θα είναι και εύστοχη. Προσωπικά έχω μετανιώσει πολλές φορές την ώρα και τη στιγμή που επέτρεψα στη δισδιάστατη άποψη ενός σκηνοθέτη να μου διαταράξει το λογοτεχνικό βάθος και τη φαντασίωση. Εδώ όμως, παρά το παρακινδυνευμένο της στοίχημα, η σειρά που προβάλλεται στο Νέτφλιξ κατορθώνει να σταθεί επάξια στο ύψος του Παμούκ, «οπτικοποιώντας» και το παραμικρό που περιγράφουν τόσο υπέροχα οι λέξεις ενός νομπελίστα.
