ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξαφνικά, κάτι άδειασε μέσα μου. Δευτέρα βράδυ, 3 Ιουνίου, σε τηλεφωνική επικοινωνία μου με τον Γιώργο Στεφανάκη συμφωνήσαμε να συναντηθούμε το Σάββατο, στις 8 μ.μ., στο γνωστό μας στέκι. Εκεί τακτικά πίναμε τον καφέ μας, κάτω από έναν πλάτανο, περιμένοντας τις κυριακάτικες εφημερίδες. Ξαπλωμένος στα πόδια μας, πάντα, ο αγαπημένος του Αρης, ένα golden retriever και καμάρι της γειτονιάς για την ομορφιά του.

Την Τρίτη το μεσημέρι, μαζί με τον Αρη, πήγε στο Κεφαλάρι, στην οδό Υγείας, για ν’ αγοράσει εφημερίδες. Ξέχασε να βάλει το χειρόφρενο στο αυτοκίνητο. Μέσα βρισκόταν ο Αρης. Ακουσε φωνές του κόσμου: «Προσέξτε το αυτοκίνητο, κατηφορίζει, θα πέσει στον λάκκο». Η αγωνία του και ο φόβος μήπως κινδυνεύσει ο Αρης, προκάλεσαν την ανακοπή της καρδιάς του. Τυχαίο; Μοιραίο; Στην οδό Υγείας συνάντησε τον θάνατο.

Τον Γιώργο Στεφανάκη τον γνώρισα το 1979 ως γενικό διευθυντή της ΕΡΤ. Παρακολουθούσε τα ρεπορτάζ μου από το «Κυριακάτικο Βήμα», επί διεύθυνσης Γιώργου Ρωμαίου, που τον διαδέχτηκε το 1981 στη θέση του προέδρου. Μόλις συναντηθήκαμε στην ΕΡΤ, γνωριστήκαμε και είδε το βιογραφικό μου, αμέσως μου έδωσε εκπομπή στο ραδιόφωνο και άνοιξε μια πόρτα συνεργασίας με τη Μαρία Ρεζάν που είχε τότε την εκπομπή «Μία ώρα έτσι… χωρίς πρόγραμμα».

Σαράντα χρόνια φίλοι. Ο,τι αντέχει στον καιρό είναι αυτές οι σχέσεις. Δούλευε σκληρά ως δικηγόρος των προσωπικοτήτων. Πάντα με υψηλές ταχύτητες, χωρίς φρένο (πού να σκεφτεί το χειρόφρενο που στάθηκε μοιραίο). Οταν μου έλεγε ότι φεύγει για ταξίδι στο Αγιον Ορος ή στο εξοχικό του στις Σπέτσες τον αποκαλούσα γοργοτάξιδο. Και τη Δευτέρα που μιλήσαμε σκεφτόταν να μετακομίσει στο Παγκράτι γιατί στο Κεφαλάρι ένιωθε αποξενωμένος ενώ από εκεί θα πήγαινε στο γραφείο του στο Κολωνάκι για να βλέπει και λίγο κόσμο. «Δεν βαρέθηκες, Γιώργο», τον ρώτησα, «τις μετακομίσεις;». «Αλλα με πληγώνουν», μου απάντησε.

Ηταν ρομαντικός, ονειροπόλος, γοητευτικός, με χιούμορ. Αναζητούσε εξιδανικευμένες εικόνες μιας χώρας που χάθηκε. Ομως, πρόλαβε να ζήσει κοντά στον Μάνο Χατζιδάκι, στον Οδυσσέα Ελύτη, στην Ελλη Αλεξίου που υπεραγαπούσε. Συνεργάστηκαν, μάλιστα, και για το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη.

Σκέφτηκα να γράψω για αυτούς τους μύθους που μου μιλούσε και που δεν σε αφήνουν ούτε τη στιγμή του θανάτου. Μέσα από τις μνήμες, τις σημειώσεις μου, τις κουβέντες μας, διαπίστωσα ότι το έργο του χρόνου, τα βιώματα, δεν διαβρώνονται ούτε σ’ εγκαταλείπουν. Ανασυνθέτουν, στολίζουν τη ζωή, όπως οι Σπετσιώτες σχεδιάζουν στα πλακόστρωτα με βότσαλα γοργόνες, σειρήνες και θάλασσες.

Αυτή ήταν η ζωή του Γιώργου Στεφανάκη. Μια τοιχογραφία από πολύχρωμα βότσαλα με αποτυπωμένο το χαμόγελό του σε έναν μαγευτικό κόσμο που έζησε, ο οποίος δεν υπάρχει πια αλλά παραμένει πάντα ωραίος.

Ανετος στον λόγο, σοφός στο πνεύμα, γαλήνιος στην όψη. Μεγάλες του αδυναμίες η γυναίκα του Λία, για την οποία ένιωθε πάντα ευγνωμοσύνη επειδή τον στήριξε σε όλη την πορεία του, και ο γιος του Αλέξης τον οποίο θαύμαζε ως δικηγόρο και ως δύτη. Λαμπρή κληρονομιά του η καταγωγή του από τη Μεγαλόνησο, από τον παππού του τον Γιώργο Στεφανάκη που ήταν συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου και αγαπημένος καθηγητής των περισσότερων λογοτεχνών.

Σε συζήτησή μας μού είχε πει: «Με βάφτισε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Με τη γιαγιά του πατέρα μου, Μαρία Μητσοτάκη, ήταν δύο αδελφών παιδιά. Με πάντρεψε ο Γεώργιος Παπανδρέου και με αξιοποίησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Συνεπώς, φαίνεται τα κομματικά σύνορα σε μένα δεν μπόρεσαν να ισχύσουν. Μου ’δωσαν πολλές ευλογίες όλοι, γι’ αυτό και σκόνταψα. Υπήρχε, όμως, και μια άλλη τάση στην οικογένεια που μαρτύρησε πολλές φορές από συγκρούσεις επί Ιωάννου Μεταξά μέχρι τις αποστασίες. Ισως τα οδυνηρά αποτυπώματα αυτών με οδήγησαν να φύγω εγκαίρως από τον πολιτικό στίβο».

Οταν τον ρώτησα για τα νέα κόμματα, μου απάντησε: «Δυστυχώς, τις νέες αναζητήσεις, της σοβαροφάνειας, τις εκφράζουν γερασμένα κόμματα, που λαχταρούν, προσδοκούν κι ευαγγελίζονται την ανανέωση».

Για τον ρόλο του δικηγόρου έλεγε: «Ο δικηγόρος έχει μεγάλη αγκαλιά. Μοιάζει με την Ορθοδοξία. Είναι ο τελευταίος που δικαιούται να απαρνηθεί, να αντισταθεί σε μια ανθρώπινη συνείδηση που θα του ζητήσει βοήθεια. Οι φυσικοί γονείς μπορούν κάποιον εγκληματία να τον απαρνηθούν. Να μην τον επισκεφθούν ούτε στη φυλακή. Ο δικηγόρος είναι ο τελευταίος κρίκος με το κοινωνικό σύνολο. Κι αυτή είναι η μαγεία του επαγγέλματος.

Οταν συνάντησα προσωπικότητες του βεληνεκούς του Ελύτη, του Χατζιδάκι, του Γκάτσου, το μόνο που μπορώ να ψηλαφήσω είναι το τυχαίο. Οτι το τυχαίο ισοδυναμεί με το θεϊκό και μόνο μια τέτοια εντολή κι ένα ραβδί καλής μοίρας είναι που μ’ έστειλε κοντά σ’ αυτούς τους ανθρώπους.

Πώς εγώ, όμως, που ανήκω σε άλλη γενιά, πολύ κατοπινή, έρχομαι μετά από δεκαετίες, ένας αργοπορημένος φίλος και πώς κατάφερα να διατρέξω γρήγορα τις δεκαετίες, να βρω τη συχνότητα, να κερδίσω την εμπιστοσύνη, αυτό ήταν η τύχη της ζωής μου.

Η γνωριμία μου με τον Μάνο Χατζιδάκι ξεκίνησε μέσα από ένα ακροατήριο. Τότε ήμουν νέος δικηγόρος. Με άκουσε να αγορεύω και ζήτησε να με γνωρίσει. Εναν χρόνο αργότερα, βρεθήκαμε στην ΕΡΤ. Αν είναι δυνατόν, εγώ προϊστάμενος του Χατζιδάκι που ήταν τότε στο Τρίτο Πρόγραμμα. Είναι η ειρωνεία των διαδικασιών, να στέλνει έναν νέο εκεί που πιθανόν να μην έχει πάντα τον κοινό νου να καταλάβει το πόσο πρέπει να υπηρετείς ως πολιτεία το μέγεθος που λέγεται Χατζιδάκις. Ευτυχώς, το είχα συνειδητοποιήσει εγκαίρως και οικοδομήσαμε μια φιλία που κορυφώθηκε με τα χρόνια ώστε όταν έφυγε ο Γκάτσος, που ήταν το μεγάλο ηθικοπνευματικό του στήριγμα, υπήρξα για τον Μάνο ένα αποκούμπι. Μπορούσε κάπου ν’ ακουμπάει.

Να μου διαβάζει το κείμενό του και ταυτόχρονα τα εσώψυχά του, τα απόρρητα, το κρυπτικό του μέγεθος να μου το εμπιστευτεί. Κάθε άνθρωπος που βρίσκεται σε αυτή τη βαθμίδα έχει μια αγωνία, το πώς θα προστατευτεί, πώς θα γίνουν σεβαστές οι επιθυμίες του, το έργο του και δεν θα κινδυνεύσει να περάσει σε έναν εκχυδαϊσμό, σε μια εμπορευματοποίηση. Πρόσφερα, λοιπόν, στον Μάνο, με την ιδιότητα του φίλου και εξομολόγου, μια θωράκιση. Εχω την αίσθηση ότι κολύμπησα και κολυμπάω ακόμα στην πνευματική τους δεξαμενή. Μου εμπιστεύτηκε την Ορχήστρα των Χρωμάτων που λίγο πριν ξεψυχήσει έδωσε εντολή να ολοκληρώσουμε το έργο του μαζί με τον Μικρούτσικο. Θεωρώ ότι είναι μια σύγχρονη, συμφωνική ορχήστρα που λαμπρύνει τον πολιτισμό μας».

Για τη γνωριμία του με τον Ελύτη υπογράμμισε ότι η πρώτη τους επαφή έγινε όταν πήρε το Βραβείο Νόμπελ και προσπαθούσαν από την ΕΡΤ να συνδεθούν με τα τεχνικά μέσα για να μεταδοθεί ζωντανά αυτή η γιορτή στον ελληνικό λαό. «Η γνωριμία μας, όμως, εκτός από δικηγορική έγινε πνευματική και κλιμακώθηκε με μια ένταση και μια δίψα. Ηταν ένας βαθύς ποιητής, κοινωνικός, ερωτικός που ήξερε να μεταδίδει το μέγεθος της ποίησης που γι’ αυτόν ήταν ένας γαλαξίας.

Ελεγε ότι “Εγώ αντίκρισα την ποίηση στον ουρανό και βρέθηκα καταμεσής στη θάλασσα”. Ηξερε από το υγρό στοιχείο να βλέπει τον ατέλειωτο ορίζοντα. Και μέσα σ’ αυτό το απόλυτο, το τίποτα που ήταν και το παν, το ανθρώπινο είχε μια γοητεία η οποία δεν μπορούσε να εξαντληθεί μ’ όσο χρόνο κι αν δαπανούσες. Δεν ήταν τυχαίο ότι η ζεστασιά του Ελύτη είχε μια μαγική επίδραση στον συνομιλητή του.

Ο πολυτιμότερος σύμμαχος για όποιον θέλει να πλησιάσει από μια σωστή είσοδο το έργο του Ελύτη είναι η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Θα έλεγα ότι ευτύχησαν και οι δύο. Εκείνη διότι μέσα από μια σκιά ευεργετική και μέσα στον κόσμο που η ίδια αποζητούσε, είχε τη δυνατότητα να ανακαλύψει τον ίδιο της τον εαυτό σ’ ένα άλλο μέγεθος.

Μια άλλη μεγάλη τύχη της ζωής μου ήταν η γνωριμία μου με την Ελλη Αλεξίου. Από τις συζητήσεις που κάναμε, έμαθα όλα τα νέα της ηρακλειώτικης παρέας. Για τον Αυγέρη, τη Γαλάτεια, τον Καζαντζάκη, τον Βάρναλη. Την Αλεξίου θα την έλεγα με μια κουβέντα “απέραντη καλοσύνη”. Το πιο εντυπωσιακό της στοιχείο είναι ότι ξέχναγε το εγώ της. Ποτέ δεν πρόβαλλε τον εαυτό της.

Ο Χατζιδάκις ήταν μια αδάμαστη ψυχή, ηφαιστειώδης, που μπορούσε να σε εκτινάξει και με την ίδια ευκολία η λάβα της να κάψει τον περίγυρο. Για να βάλει, όμως, το καλύτερο λίπασμα και να ξαναγεννηθεί κάτι το μεγαλειώδες. Ηταν ταυτισμένος με τη λέξη “μεγαλείο”. Θα τον έλεγα μεγαλειότατο».

Ο Γιώργος Στεφανάκης πίστευε ότι οι ανθρώπινες σχέσεις υπονομεύονται από τις χρησιμότητες, τις συναλλαγές, τις ευτέλειες. «Μας δολοφονεί ένας ιός και εναπόκειται σ’ εμάς να καταλάβουμε ότι η σχέση είναι μια κατάθεση κι από τις δύο πλευρές, χωρίς κανένα αντίκρισμα. Δηλαδή, ο ένας να εισπράξει το οξυγόνο του άλλου. Δεν μπορεί όμως καμία φιλία να στηριχτεί όταν κοιτάζουμε το ρολόι ή όταν βιαζόμαστε γιατί πρέπει να πάρουμε έναν πελάτη παραπάνω. Αλλωστε, η φιλία είναι μια ξεκούραση, μια γαλήνη».

Αυτό το ένιωθε επί πολλά χρόνια με τον πιστό και αγαπημένο φίλο του, Αρη, που ήταν το οξυγόνο του, οι χτύποι της καρδιάς του. Εκείνης που τον πρόδωσε τη στιγμή που ο καλύτερός του φίλος κινδύνευε.