Ο μπαμπάς μου κηδεύτηκε την Τρίτη, 23 Απριλίου 2024. Στην τελετή μίλησαν παλιοί φίλοι και συγγενείς για τη ζωή και το έργο του ως αρχιτέκτονα και υπέρμαχου της κοινωνικής δικαιοσύνης από την εποχή της δικτατορίας στην Ελλάδα ώς το 2020. Οραματιζόταν έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος, ελεύθερος, θα ζούσε αρμονικά με το σύνολο της ανθρωπότητας στον πλανήτη μας. Μια χρυσή εποχή που θα έδινε τη δυνατότητα στον καθένα να υπερβεί τις εγωιστικές διαθέσεις του για κάτι μεγαλύτερο αλλά και συγχρόνως οικείο. Σε αυτή την ιδέα, περιούσια θέση είχαν πάντα τα παιδιά.
Πίστευε στα παιδιά και στην απεριόριστη ικανότητά τους να μάθουν και να επιτύχουν οτιδήποτε, αρκεί να εισακούν την εσωτερική αυτή ώθηση που οι ενήλικοι συχνά παραβλέπουν προς κάποιον ωφελιμιστικό σκοπό ή εξαιτίας κάποιας αποκρυσταλλωμένης ψυχολογικής συνήθειας. Ο αγαπημένος του εκπαιδευτικός ήταν ο Αμερικανός Τζον Χολτ, ο οποίος υπερασπιζόταν την ελεύθερη μάθηση των παιδιών, χωρίς ψυχαναγκασμό και καταπίεση από ενηλίκους, με καθοδηγητές στην ουσία τα ίδια τα ενδιαφέροντά τους.
Παρ’ όλο που οι μεγαλόπνοες ιδέες του μπαμπά μου σπάνια έβρισκαν τόπο στην πραγματικότητα, πού και πού έπαιρνα μια γεύση από αυτές όταν μας βοηθούσε, εμάς τα παιδιά, να κατασκευάσουμε το δικό μας θέατρο σκιών ή να ζωγραφίζουμε ελεύθερα σε μεγάλες κόλλες χαρτί απλωμένες στο πάτωμα. Με τη θετική του στάση απέναντι σε καθετί που ονειρευόμουν, με μάθαινε να αφήνω τη φαντασία μου να καλπάζει, να οραματίζομαι κι εγώ όπως αυτός. Βέβαια οι υποχρεώσεις και οι αγγαρείες, τα «πρέπει» και τα «μη», τελικά υπερίσχυαν, τις περισσότερες φορές, αφήνοντας τα σχέδιά του ατελείωτα, ξεχασμένα σε αποθήκες. Ο ίδιος, από την άλλη, δεν ξέχασε ποτέ τον βαθύ θαυμασμό και σεβασμό που έτρεφε για τα παιδιά. Ούτε είναι παράξενο πως μέχρι πρόσφατα σκόπευε να φιλοξενήσει ασυνόδευτα παιδιά προσφύγων στο σπίτι του.
Τα σεβόταν τα παιδιά γιατί πίστευε ότι οι ενήλικοι έχουν να μάθουν από αυτά, ότι τα παιδιά ήταν το «κλειδί» για έναν αρμονικό κόσμο. Αλλά, όπως και το θέατρο σκιών της παιδικής μου ηλικίας, έτσι και τα σχέδιά του για ένα καταφύγιο προσφυγόπουλων έμειναν στη μέση. Αυτήν τη φορά τελειωτικά: Ενα μοιραίο αυτοκινητικό ατύχημα την Πρωτοχρονιά του 2020 τον τραυμάτισε στο κεφάλι καθιστώντας τον διανοητικά ανάπηρο και προκαλώντας τον θάνατό του τέσσερα χρόνια αργότερα. Τα τέσσερα αυτά χρόνια τα έζησε σαν νήπιο που πρέπει να φυλάγεται από τους κινδύνους της ζωής, κλεισμένος στον κήπο του πατρικού του στο Κάτω Ελληνικό.
Τα χρόνια της άνοιας του μπαμπά μου, εμείς όλοι, φίλοι και συγγενείς, δεν θέλουμε να τα θυμόμαστε. Γιατί αυτά έκλεψαν τον πολύτιμο νου και βίο του Αντρίκου. Μισούμε το διάστημα αυτό που, μέρα με τη μέρα, προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει από τη φυλακή του, επανειλημμένα συνειδητοποιώντας πως η εξώπορτα είναι κλειδωμένη και πως δεν έχει το κλειδί.
Αλλά –τι παράξενο– μέσα σε αυτό το διάστημα έλαμψε η προσωπικότητά του, ακέραιη και άμεμπτη. Δεν με έλεγε πια «Ερσούλα» και δεν με θυμόταν όσο έλειπα. Οταν όμως γύριζα από την Αμερική, με αγαπούσε τη στιγμή που με έβλεπε πάλι κι ας μη θυμόταν πως είμαι μία από τις τρεις κόρες του. Το ίδιο και με όλους τους κοντινούς του στην προηγούμενη ζωή του. Χαμογελούσε καλόκαρδα, μας αγκάλιαζε και μας φιλούσε, απονήρευτος, αγνός και αγαθός. Οσο για την παλιά του αγάπη, τα παιδιά… έμεινε κι αυτή αλώβητη.
Οταν τον πηγαίναμε βόλτα ώς την πλατεία του Κάτω Ελληνικού, την οποία είχε κάποτε ο ίδιος σχεδιάσει για τη συνοικία που λάτρευε, έβλεπε τα παιδιά να παίζουν και γελούσε. Εκείνα δεν τον ήθελαν, τους φαινόταν περίεργος ο γέρος που μιλούσε ακαταλαβίστικα. Μα αυτός τα χαιρόταν – «τι καλά που είναι», έλεγε.
Δεν είχε πια καμία ανάμνηση για το πώς πάλεψε για την προστασία του Ελληνικού, της γειτονιάς των γονιών του και άλλων προσφύγων από τη Μικρασία, από την αχαλίνωτη «ανάπτυξη» και πώς αναγκάστηκε να ενδώσει αυτός όπως κι άλλοι σ’ ένα σχέδιο ανάπλασης που δεν λογάριαζε κανένα παρελθόν, καμιά ιστορία και καμιά ρίζα. Οπως και να το δούμε, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, δεν έχει πλέον σημασία αφού ακόμα και το αρχαίο «Ελληνικό» τείχος που χάριζε το όνομά του στη γειτονιά, το πέτρινο κτίριο του κολεγίου θηλέων της γιαγιάς μου και οι αιωνόβιοι ευκάλυπτοι ξυρίστηκαν από τη γη, με βία, μέσα σε λίγες μέρες, χωρίς να δοθεί λόγος στους κατοίκους που έμεναν άναυδοι μπροστά στην ανεπανόρθωτη καταστροφή του τόπου τους. Ολα αυτά δεν τα θυμόταν πια, μόνο κοιτούσε με απέχθεια τα γυάλινα κουτιά και τους ψηλούς τοίχους που έκρυβαν τα νέα διαμερίσματα και τις βίλες, που ξεφύτρωναν παντού. Ωστόσο, στο οικόπεδο του γκρεμισμένου γειτονικού σπιτιού, όπου δεν έχουν απομείνει παρά μερικά δέντρα και σπασμένα πλακάκια του παλιού πέτρινου σπιτιού, ο μπαμπάς μου βρήκε για μια τελευταία φορά τον χώρο των ονείρων του.
Μου επιβεβαίωσε με τον τρόπο του ότι εκεί δεν θα εισέβαλλε κανείς ανεπιθύμητος, ότι το μέρος ήταν σίγουρα «δικό μας» και ότι θα φτιάχναμε «πολύ ωραία πράγματα» όλοι μαζί. Εκεί θα ζούσαν ανενόχλητα «τα παιδάκια». Δεν εννοούσε μόνο τα παιδιά αλλά κάθε ζωντανό ον τριγύρω, δέντρα και αδέσποτα ζώα.
Συνήθιζε να μαζεύει τα ξερά φύλλα από το χώμα αλλά δεν του άρεσε να μαζεύει πολλά μήπως κι αυτά στενοχωρηθούν. Τα παιδιά του μπαμπά μου απειλούνταν τώρα από τις μπουλντόζες και τους γερανούς, από τα ξεριζώματα και τις κατεδαφίσεις. Κι αν το δούμε από πιο μακριά, απειλούνταν από μια κοινωνία αποκομμένη από τον περίγυρο, αδιάφορη στο κάλεσμα του γκιώνη που, έχοντας κι αυτός μεταναστεύσει στα λιγοστά πια δέντρα του κήπου μας, ακούγεται κοντύτερα και πιο μελαγχολικά από ποτέ.
Ο μπαμπάς μου πάλεψε για έναν καλύτερο κόσμο στο Ελληνικό, στην Αθήνα και στην Ελλάδα, και έχασε τη μάχη. Αυτό δεν ειπώθηκε στην κηδεία του. Ομως η ζωή του η ίδια είναι ένα μάθημα για εμάς όλους. Γιατί αν αγαπάμε τα παιδιά μας, όπως αγαπούσε και εκείνος όλα τα παιδιά του κόσμου, θα έπρεπε να το καταλάβουμε αυτοστιγμεί πως η νίκη της άκρατης απληστίας είναι μόνο παροδική και πως οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Θα έπρεπε να το καταλάβουμε πως όσο παιδαριώδες κι αν φαίνεται το τελευταίο όραμα του μπαμπά μου, αποτελεί στην πραγματικότητα το μόνο βιώσιμο μέλλον για μια υγιή ανθρωπότητα.
Τουλάχιστον, παρηγοριέμαι: έφυγε πριν δει το αγαπημένο του οικόπεδο να ξεκοιλιάζεται κι αυτό…
