Η Πάολα είχε μια γειτονιά, ήταν περισσότερο φαντασιακή γειτονιά, με θραύσματα μνήμης και οικογενειακής εμπειρίας. Με τον καιρό η γειτονιά αυτή έγινε η γειτονιά που ζούσε η μάνα της και ένα μέρος της οικογένειάς της. Με τον έναν τον αδελφό της, από τον δεύτερο γάμο της μάνας της, πρέπει να ήμασταν συνομήλικοι και παίζαμε μπάλα στο προαύλιο της εκκλησίας. Το σχολείο μας ήταν το 16ο και στεγαζόταν σε ένα άθλιο κτίριο αλλά και σε ισόγεια νοικιασμένων σπιτιών.
Η γειτονιά αυτή ήταν ο Άγιος Αντώνης και για έναν ανεξήγητο λόγο το σκεφτόμουν χθες βράδυ που έφυγε η Πάολα από τη ζωή καθώς περνούσα έξω από το σπίτι της μάνας της – οι συνοικίες έχουν για τοπόσημο μια εκκλησία και συχνά παίρνουν το όνομά τους. Ο Άγιος Αντώνης είναι χτισμένος στη ρίζα ενός άνυδρου και γυμνού βουνού. Τα περισσότερα οικόπεδα ήταν καταπατημένα, όπως και οι ζωές των ανθρώπων του. Εργάτες, παράγκες, ένα νταμάρι στο βάθος, περιστερώνες, αυθαίρετα, οι άνθρωποι που έχτιζαν τις νύχτες για να μην τους καρφώσουν οι γείτονες, οι κατεδαφίσεις παρουσία της αστυνομίας και οι πολιτσμάνοι που έρχονταν για να κάνουν παρατήρηση αν μια γυναίκα έριχνα ακάθαρτα νερά στους δρόμους. Τότε πλένανε πολλές γυναίκες στη σκάφη.
Η μαμά της Πάολας ήταν η Ζηνοβία, προσπαθώ να θυμηθώ το πρόσωπό της, αλλά δεν τα καταφέρνω. Ήταν πολύ φίλοι με τον πατέρα μου, τρέχανε μαζί σε όλες τις πορείες και πρωτοστατούσαν στις διεκδικήσεις της γειτονιάς. Ήταν μια παραμελημένη γειτονιά, ξεχασμένη από τον Θεό, με αόρατους ανθρώπους και κυρίως με αριστερούς κατοίκους, κομμουνιστές. Αυτό ήταν και η τιμωρία τους από το μεταπολιτευτικό κράτος του Καραμανλή.
Θυμάμαι ότι μια φορά έξω από το σπίτι της Ζηνοβίας είχανε στήσει κάτι τεράστιες ντουντούκες που παίζανε όλη μέρα επαναστατικά τραγούδια, του Θεοδωράκη και του Λοΐζου. Το ίδιο βράδυ ήρθε στη γειτονιά μας ο Μίκης με μαύρο παντελόνι και μαύρο φαρδύ πουκάμισο. Τον υποδέχτηκαν πρώτοι απ’ όλους η Ζηνοβία και ο μπαμπάς μου. Ο Μίκης, πρέπει να ήμουν επτά χρόνων τότε, κοιτούσε τα παραπήγματα που κρέμονταν σαν σταφύλια από τα γκρίζα και κοφτερά βράχια του Άγιου Αντώνη, ενώ η Ζηνοβία, που πήγαινε ροδάνι η γλώσσα της, του εξηγούσε πως η γειτονιά δεν έχει πόσιμο νερό και πως οι βόθροι ξεχειλίζουν και τρέχουν τα λύματα στους δρόμους.
Σήμερα θυμήθηκα ότι είχαμε πάει οικογενειακώς να δούμε ένα θέατρο στα Ταμπούρια, μαζί μας ήταν και η Ζηνοβία. Έπαιζε ο Γιώργος Φούντας σε έναν μονόλογο και όση ώρα ο Φούντας ήταν πάνω στη σκηνή η Ζηνοβία τού φώναζε εκστασιασμένη «Γεια σου Γιώργο»! Μεγάλη θαυμάστρια του Φούντα η Ζηνοβία. Στο διάλειμμα η Ζηνοβία έσκυψε στο πλευρό του πατέρα μου και του είπε όλο περηφάνια για τα ποιήματα του «Παύλου». «Ο γιος μου γράφει ποιήματα», του είπε, «και δεν ξέρεις τι καλά λόγια του λένε, όλοι μιλάνε γι’ αυτόν». Παρότι μιλούσε μάλλον χαμηλόφωνα, μπορούσα να την ακούσω γιατί καθόμουν ακριβώς δίπλα στον πατέρα μου. Νομίζω ότι αυτά δεν τα έλεγε σε όλους παρά μόνο στους ανθρώπους που εμπιστευόταν. Ωστόσο, απ’ ό,τι μπορώ να θυμηθώ, δεν άκουσα τη Ζηνοβία όσο ήμουν μικρός να λέει «η κόρη μου», πάντα έλεγε «ο γιος μου». Μεγαλώνοντας χαθήκαμε, πέθανε κι ο πατέρας μου, οπότε δεν ξέρω. Ό,τι μνήμες έχω είναι απ’ όταν ήμουν παιδί. Αλλά μπορώ να πω με σιγουριά ότι τότε ήταν περήφανη, μιλούσε με πολύ καμάρι για το παιδί της εκείνη τη βραδιά που ο Φούντας έδινε ρεσιτάλ ερμηνείας στη σκηνή.
Οι φίλοι μου και οι συμμαθητές μου έλεγαν «ο πούστης», «ο πούστης ο γιος της Ζηνοβίας». Ο ταχυδρόμος έφερνε στο σπίτι της Ζηνοβίας το «Κράξιμο» κι αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει τις ζωηρές συζητήσεις και τα πειράγματα των μικρών αγοριών. Όλοι μας αγόρια από εργατικές, πάμφτωχες οικογένειες, που τρώγαμε τον πελτέ αλειμμένο στο ψωμί και που το πιάτο με το φαγητό δεν ήταν δεδομένο, ειδικά για τις ταυτοποιημένες ως κομμουνιστικές οικογένειες. Μόλις θυμήθηκα ότι η Ζηνοβία πουλούσε μαζί με τον πατέρα μου τον «Ριζοσπάστη» από πόρτα σε πόρτα τα πρωινά της Κυριακής.
Υπήρχαν τότε δύο πολύ κοντινοί κινηματογράφοι, η «Καμέλια» και το «Άστρο», Αμφιάλη ενταύθα. Εκεί συγκεντρωνόμαστε τα αγόρια τα μεσημέρια του Σαββάτου για να δούμε ταινίες καουμπόικες, να καπνίσουμε, να πλακωθούμε στο ξύλο και να συρθούμε στα πατώματα.
Ο αέρας μύριζε καπνό, σπέρμα και χυμένη γρανίτα. Σκέφτομαι αν οι κινηματογράφοι αυτοί υπήρχαν σήμερα (και οι δυο γκρεμίστηκαν και έγιναν πολυώροφες πολυκατοικίες) αν θα έπαιζαν, ως φόρο τιμής, τα «Καλιαρντά», το «Πρώτο Νεκροταφείο» ή τις «Πικροδάφνες». Για ένα δικό τους παιδί, που όμως άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά από την Αμφιάλη. Μια γειτονιά που η καλοσύνη των ανθρώπων της αδυνατούσε να επουλώσει τις ανοιχτές πληγές της.
