Παρά τις υπερπροσπάθειες των γαλλικών εφημερίδων, λίγες μέρες πριν από τις περιφερειακές εκλογές, να πείσουν τους αναγνώστες τους ότι το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν δεν συνάδει με τις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του πλουραλισμού, η Ακροδεξιά πέτυχε εντυπωσιακή νίκη.
Σοκ τη χαρακτήρισε ο Τύπος, αλλά γιατί; Δεν το περίμεναν; Τότε γιατί είχαν πέσει διάνα στις προβλέψεις τους οι εφημερίδες; Προφανώς το ανέμεναν, με βεβαιότητα μάλιστα. Προς τι, τότε, ο θρήνος και ο πανικός τους;
Ποιος φταίει για την άνοδο της Ακροδεξιάς όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης; Δεν φταίνε οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες και η συνεχής εξαθλίωση των φτωχών και των μεταναστών που προκαλεί το πολιτικό σύστημα, αυτό δηλαδή που οι ίδιες οι εφημερίδες υπερασπίζονται; Δεν φταίει η ενδεής ιδεολογία της Αριστεράς, η ατολμία της και η ανικανότητά της να συγκρουστεί με τον καπιταλισμό και το παλαιό καθεστώς;
Οταν η κοινωνία συνειδητοποιεί ότι τα ευαγγέλια της Αριστεράς για κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα είναι φούμαρα, τότε στρέφεται (οδηγείται μάλλον) στα πιο ευτελή ένστικτα, ευεπίφορα στον εθνικισμό και τον ρατσισμό, στην ανασφάλεια δηλαδή και τον φόβο που νομίζουν ότι θα εξαλειφθούν εάν εκδιωχθούν οι ξένοι αλλά και οι κοινοβουλευτικοί, που «όλοι ίδιοι είναι» και τα συναφή, οχληρά για το πνεύμα και τη δημοκρατική συνύπαρξη.
Μην κρυβόμαστε άλλο πίσω από το δάχτυλό μας και ας συμφωνήσουμε ότι χρειαζόμαστε μια άλλου είδους δημοκρατία, πιο άμεση, πιο συμμετοχική, πιο ακτιβιστική, πιο δίκαιη επιτέλους. Ο καπιταλισμός δεν είναι άτρωτος, όσο ευφυής και πανούργος κι αν είναι. Αυτό που γνωρίζει καλά είναι ότι ο άνθρωπος είναι έρμαιο της απληστίας του που πηγάζει από ένα κυρίαρχο «εγώ» το οποίο απαιτεί την κυριαρχία του (μια αρχέγονη θέληση για δύναμη· ακολουθούν η εξουσία και η κυριαρχία).
Γνωρίζει λοιπόν ο καπιταλισμός ότι το «εγώ» δεν ξεριζώνεται, δεν εκ-παιδεύεται, δεν τιθασεύεται, δεν αλλάζει, όση Παιδεία κι αν το ταΐσουμε και το ποτίσουμε. Ο Θουκυδίδης το επισήμανε γρήγορα: πολλά είναι τα δεινά που γίνονται και θα γίνονται στο μέλλον όσο η φύση (το «εγώ») του ανθρώπου παραμένει ίδια. (Πολλά και χαλεπά κατά στάσιν ταις πόλεσι, γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων).
Το ζητούμενο είναι πώς μάχεται η κοινωνία τη φύση των μελών της, πώς αποβάλλει την απληστία για ισχύ και πώς, ως εκ τούτου, θεμελιώνει το δίκαιο, όχι ως επιβολή των ισχυρών, ούτε ως προστασία των αδυνάτων· το δίκαιο ως νόημα και εξανθρωπιστική διαδικασία. Οπως στη φύση, έτσι και στον καπιταλισμό, δεν υπάρχει καλό και κακό, εμείς ονομάσαμε έτσι τις διαφορετικές συμπεριφορές. Χωρίς τον άνθρωπο ο ήλιος δεν θα είχε όνομα, ούτε νόημα· χωρίς τους δύτες, λέει κάπου ο Ροΐδης, δεν θα γνωρίζαμε τους μαργαρίτες.
Πάει μακριά η βαλίτσα, βαθιά πίσω στον χρόνο και πού να βρεθεί χρόνος… Πώς να απελευθερωθεί ο άνθρωπος από την τυραννία τού «εγώ» όταν το πολιτικό σύστημα φροντίζει να παραμένει μακάριος κι ευτυχισμένος μες στην άγνοιά του;
