Πληροφορούμαι ότι στο διαδίκτυο συνεχίζεται η αντιπαράθεση, με υβριστικούς και χυδαίους χαρακτηρισμούς, μεταξύ αυτών που ψήφισαν «όχι» και των υποστηρικτών του «ναι». Μεταθέτουν δηλαδή το αποτέλεσμα στην υπαρξιακή τους διάσταση, σε μια οπαδική συμπεριφορά. Η ψηφοφορία τελείωσε, δεν βρέθηκε κανένας να τους το πει, εάν οι ίδιοι δεν μπορούν να το χωνέψουν; Η δημοκρατία μίλησε, με τον τρόπο της.
Εντυπωσιάζομαι. Αντί να στραφούμε μέσα μας και να ανακαλύψουμε τα στραβά μας ή να φωτίσουμε τα σκοτάδια μας, επιμένουμε να ουρλιάζουμε υπέρ του εαυτού μας. Ο πληγωμένος εγωισμός επιτίθεται και αντεπιτίθεται, αλλ’ αυτό πρέπει να λάβει τέλος. Οι φανατισμένοι πήραν, νομίζω, το μάθημά τους όσο και αν αρνούνται να το αποδεχτούν.
Βεβαίως και υπάρχει απόηχος του δημοψηφίσματος και αυτός δεν είναι άλλο τι παρά η διαπίστωση ότι είμαστε μακριά ακόμη από τον λόγο και τον διάλογο, μακριά από την ίδια τη δημοκρατία. Αποδείχτηκε περίτρανα εν τούτοις ότι ο λαός δεν καθοδηγείται, δεν χειραγωγείται όταν είναι αποφασισμένος. Εκείνοι που οφείλουν να κάνουν ειλικρινή αυτοκριτική είναι όλοι εκείνοι οι δημοσιογράφοι, που περιφρονώντας τη δεοντολογία και ξεχνώντας τον (αντιεξουσιαστικό, πάντα) σκοπό τους, προέβησαν σε εξευτελισμό του επαγγέλματος προπαγανδίζοντας ανενδοίαστα το «ναι».
Θα μπορούσαν να το υποστηρίξουν, κόσμια, όμως, και κομψά, με επιχειρήματα και όχι με ουρλιαχτά. Ο τρόπος και το ύφος συνήθως ξεπερνάνε τον σκοπό. Τα ξινά πρόσωπα, η κακία πάνω τους, το δηλητηριώδες ύφος, η χολερικότητα και το μίσος, η αυθάδεια και οι προσβολές προς τους «αντιπάλους», οι χλευασμοί και οι ειρωνείες, όλα αυτά ήσαν που πείσμωσαν τους ψηφοφόρους· πολλοί που ήθελαν να ψηφίσουν «ναι» κατέληξαν στο «όχι» αηδιασμένοι από την παρουσία των εν λόγω δημοσιογράφων.
Κρίμα. Ηταν ευκαιρία για επαναστοχασμό εκ μέρους όλων που ζούμε εξ αυτού του επαγγέλματος. Το ότι δεν έχει σβήσει η «φωτιά» στο διαδίκτυο σημαίνει ότι το παιγνίδι της σοβαρότητας, της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας έχει χαθεί, θα ’λεγα μάλιστα ότι είναι δύσκολο, ακατόρθωτο να αρχίσει ξανά με λογικούς, θεσμικούς όρους, υπέρ της κοινωνίας και με κριτικό έλεγχο προς την εξουσία.
Προσωπικώς δεν έχω να χωρίσω τίποτα, ιδεολογικά, με όσους προτίμησαν το «ναι»· είναι ιερό και αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να πράττει κατά πώς φρονεί, είμαι, όμως, ήμουν, σφοδρά πολέμιος εκείνων που το προπαγάνδιζαν ασύστολα, χωρίς σεβασμό και με ανέντιμο τρόπο φερόμενοι προς εκείνους του «όχι».
Παρακολουθώντας λίγο τα κανάλια βλέπω πως δεν έχουν βάλει μυαλό· συνεχίζουν να είναι λυσσασμένοι και αφιονισμένοι. Γιατί; Ε, το είναι τους το ξέρει, η αγωγή τους, η δημοκρατικότητά τους. Συνήθως αυτοί οι φανατικοί εκβράζονται από μόνοι τους· βλέπουν ότι ουδείς τους παίρνει στα σοβαρά και αρχίζουν να τα βάζουν με τον εαυτό τους, αρχίζει η μελαγχολία, η αυτοακύρωση κι ένας αμητός οχληρών συναισθημάτων. Μακάρι να αποκτήσουν το σθένος και να κάνουν γενναία αυτοκριτική. Μου φαίνονται όμως αμετάκλητα ψωροπερήφανοι και άρα καταδικασμένοι στη συνείδηση της κοινωνίας.
