Εχει γούστο ότι τα κουρέλια των πολιτικών κομμάτων επιμένουν να κελαηδάνε ακόμη. Τι μουσική, τι ήχος, τι λόγια. Αδιαφορούν αυτά τα κουρέλια εάν έχουν μιάνει κατά το πρόσφατο παρελθόν την ελληνική κοινωνία με τα τόσα μνημόνια που υπέγραψαν και σχεδόν καταδίκασαν τους περισσότερους σε ασφυκτική ζωή, να διάγουν βίο αβίωτο, να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν σε στοιχειώδη βασικά αγαθά – ας μη γίνει λόγος για άλλες ανάγκες πολιτισμικής απόχρωσης.
Να ενωθούν, λέει, οι προοδευτικές δυνάμεις εναντίον της επερχόμενης δεξιάς λαίλαπας. Και ποιες είναι αυτές οι δυνάμεις της προόδου και της αντίστασης; Αυτές που, δεκαετίες τώρα, κυβερνούσαν τον τόπο και τον οδήγησαν στον γκρεμό. Εχουν βέβαια το θράσος και διεκδικούν γι’ ακόμη μια φορά την επάνοδό τους στην εξουσία, αδιαφορώντας για το ποια είναι η γνώμη της ελληνικής κοινωνίας για τα έργα τους [αλλά και για τα πρόσωπα που εφάρμοσαν μια εξοντωτική οικονομική πολιτική].
Οι ίδιες αυτές δυνάμεις που όχι μόνο δεν αντιστάθηκαν στη δεξιά λαίλαπα αλλά συνεργάστηκαν ταιριαστά μαζί της. Δεν είναι με τα καλά τους [σύμφωνοι, εννοείται, με την απλή λογική] οι πολλοί απ’ αυτούς, που λένε τέτοια ασεβή λόγια. Εάν ήσαν, θα πήγαιναν σπίτι τους ή θα μιλούσαν με περισσότερη ταπεινοφροσύνη· ή θα σιωπούσαν.
Εάν έριχναν και καμιά ματιά στον καθρέφτη της γνώσης [της αυτογνωσίας] ίσως έβλεπαν τον παραμορφωμένο εαυτό τους – ίσως τρόμαζαν τότε και ίσως να προσπαθούσαν να εαυτοσκοπηθούν και ίσως ακόμη να μιλούσαν με κατεβασμένο το κεφάλι από ντροπή και συστολή. Ισως τότε γίνονταν αποδεκτοί από εχέφρονες και συγχωρητικούς ψηφοφόρους. Αλλά δεν πράττουν έτσι.
Ξέρουν ότι αυτή η κοινωνία [όπως όλες οι κοινωνίες] έχει κοντή μνήμη. Οσφρίζονται επίσης ότι η νυν κυβέρνηση δεν έχει πολύ καλό μέλλον και σου λένε, ευκαιρία είναι να αρπάξουμε ό,τι αρπάξουμε μες στην αναμπουμπούλα και τη διαρκή σύγχυση. Εκείνο που ενοχλεί με σχεδόν όλες τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις είναι ότι δεν λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση της φτώχειας και της ανεμιζόμενης σχιζοφρένειας που τυλίγει πολλούς. Σαν να ζουν σε άλλη χώρα, σαν να μιλάνε διαφορετική γλώσσα. Μήπως, αλήθεια, συμβαίνει κάτι τέτοιο κι εμείς δεν ξέρουμε τι μας γίνεται;
Είναι που δεν αναφαίνονται νέα πολιτικά υποκείμενα και κορδώνονται αυτές οι πολιτικές δυνάμεις [της σοσιαλδημοκρατίας, της Κεντροαριστεράς τάχα, της προόδου σίγουρα]· οι δυνάμεις που κληροδοτούν η μία στην άλλη τις ασχήμιες και τις ανομίες τους – και όλα – μέλι γάλα, αφού ουδείς προσέρχεται στη Δικαιοσύνη.
Πώς να αναφανούν νέες δυνάμεις μέσα σε αυτό το αρρωστημένο και διεφθαρμένο κλίμα; Πιστέψαμε κάποια στιγμή στις αριστερές δυνάμεις – και σπάσαμε τα μούτρα μας, αν και πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν σε αυτές τις δυνάμεις· κύριος οίδε γιατί… Αφού δεν αναδύεται κάτι καινούργιο από τα σπλάχνα της κοινωνίας καλά κάνουν και τραγουδάνε τα κουρέλια της πολιτικής ζωής του τόπου. Η ίδια η κοινωνία φταίει και όχι οι παλαιωμένοι εκπρόσωποί της. Τα θέλουμε μάλλον και τα παθαίνουμε. Αυτό είναι μια άλλη, επώδυνη, ιστορία.
