Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διαβάζει λοιπόν κανείς την έρευνα περί τα πολιτιστικά στην πρωτεύουσα της χώρας και φουσκώνει από υπερηφάνεια για το επίπεδο των ανησυχιών των «Αθηναίων» και το πόσο γεμάτοι είναι από πολιτισμικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχουν. Μπα; Είμαστε τόσο φιλομαθείς και φιλότεχνοι;

Και πού, διάβολε, φανερώνεται τούτο; Κυκλοφορεί κάποιος από τους ερευνητές στο κέντρο της Αθήνας; Εχει επαφή με τους καθημερινούς ανθρώπους; Εχει συνειδητοποιήσει την έλλειψη αλληλεγγύης, αισθητικής και γούστου (όλα αυτά είναι πολιτισμός), που δέρνει την πλειονότητα;

Διαβάζουμε, λέει, και πάμε στα θέατρα και στις συναυλίες, στο Μουσείο της Ακρόπολης και στο Μέγαρο Αθηνών -δώθε κείθε, παντού όπου «ιερουργεί» το αλλόκοτον του λόγου και της εικόνας και της μουσικής.

Κανονικά, μετά την παρακολούθηση όλων αυτών, που υψώνουν το πνεύμα και τιθασεύουν τον θυμό ή φωτίζουν τα εσωτερικά σκοτάδια, θα έπρεπε να φεύγουμε με μια αίσθηση πληρότητας και ψυχοδιανοητικής μέθης -πώς το λένε, να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Εάν πάμε μόνο και μόνο γιατί δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε, ποιο το νόημα; Εχουμε βελτιωθεί ως πολίτες και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι;

Δεν είναι της στιγμής να πούμε για τον ρόλο της τέχνης στη μικρή και συνήθως άχαρη ζωούλα μας και πόσο αυτή (η τέχνη) εξισορροπεί τη θλίψη με τη χαρά, το μεγαλείο με το γελοίο, την αισιοδοξία με την απαισιοδοξία -παίζει πάντως σημαντικό ρόλο, καθοριστικό ίσως. Ας πούμε ότι η έρευνα λέει μια αλήθεια.

Τι, αλήθεια, διαβάζουμε; Θα πει κανείς ότι αυτό δεν έχει και τόση σημασία -ό,τι και να διαβάσουμε καλό θα μας κάνει· δεν υπάρχει άχρηστο και ανωφελές γραπτό κείμενο, όποια και αν είναι τα ελατήριά του, όσο ιδιοτελείς και καιροσκοπικές και αν είναι οι πηγές του. (Το περιοδικό «Καζαμίας» εξακολουθεί να βγαίνει με την ίδια ακριβώς διάταξη ύλης και ακραιφνώς απαράλλακτη ιδεολογία – φιλοσοφία· το βλέπω σε πολλά σπίτια, όσο κι αν φαντάζει απίστευτο). Διαβάζει κανείς την αρχαιοεληνική, μεσαιωνική και νεώτερη γραμματεία, τους Ελληνες ιστορικούς, συγγραφείς και ποιητές, αρχιτέκτονες κ.ά.;

Το χαριτωμένο της υπόθεσης είναι ότι ο οίστρος των Αθηναίων για τα πολιτιστικά δρώμενα καταγράφεται με εμπορικούς όρους (κατανάλωση π.χ., αντί για για συμμετοχική «τεχνουργία», κάπως καπιταλιστικά, τουριστικά, κερδοσκοπικά και λοιιπά…). Δεν πειράζει, δεν έχει και τόση σημασία. Μέσα σε αυτόν τον βούρκο της υποβάθμισης των πάντων καλό είναι και το εμπορικόν κέρδος του πνεύματος.

Σαν ένας ελαφρύς ύπνος φαντάζει η ενασχόλησή μας με τα πολιτιστικά δρώμενα· να μην πούμε βαθύς διότι πολλοί θα αντιδράσουν -και με το δίκιο τους. Καταναλώνουμε, καταβροχθίζουμε, καταπίνουμε, βουλιμικά (;) πάντα, χωρίς εξέταση, ό,τι μας πούνε στο διαδίκτυο, στην tv και στα περιοδικάκια μόδας, προωθητές του «ευ ζην», καλέ.

Το να γινόμαστε κοινωνοί πολιτιστικών δραστηριοτήτων είναι κατ’ αρχήν θετικό και ελπιδοφόρο, πρέπει, όμως, αυτό να εκδηλώνεται στην κάθε μας σχέση, στο παραμικρό βήμα πριν από την τελευτή -απαιτεί θάρρος ο πολιτισμός, καθημερινή εξάσκηση, κυρίως σε ό,τι αφορά τη χαλιναγώγηση του εγώ και της όποιας ματαιοδοξίας. Εάν τα έχουμε κατακτήσει όλα αυτά, ε, τι να πω, υποκλίνομαι στα ευρήματα της έρευνας -είμαστε πολιτισμένοι πρωτευουσιάνοι. Να το αποδεικνύαμε κιόλας…