Είναι αλήθεια ότι δεν έχει και τόση σημασία ποιος Ελληνας ή Ελληνίδα θα προταθεί για Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο θεσμός έχει τόσο απισχνανθεί, τόσο υποτιμηθεί και απαξιωθεί (αφού ο κάτοχος του τίτλου ουδεμία αρμοδιότητα -πλην μερικών τυπικών- έχει) ώστε είναι ανάξιος λόγου και για την εξουσία και για την κοινωνία. Οπως και να ’χουν, όμως, τα πράγματα, δεν παύει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να είναι ο πρώτος πολίτης της χώρας.
Το σενάριο που θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ να προτείνει για τη θέση αυτή τον ευρωπαϊκό επίτροπο Δημήτρη Αβραμόπουλο έχει πολλαπλές αναγνώσεις (και αντιδράσεις). Τι σημαίνει για τον ίδιο, εάν βεβαίως ο άνθρωπος δεχτεί την πρόταση και την αποδεχτεί; Ικανοποιεί ίσως τη ματαιοδοξία του, επισφραγίζει την πολιτική του καριέρα, είναι το τέρμα του δρόμου (του); Λύνονται τα χέρια του πρωθυπουργού; Aπλώνεται η συναίνεση, υπερπηδώνται οι κομματικές στενότητες, επικρατεί ο πανελληνισμός της εσωτερικότητας των πολιτών;
Οπως γουστάρει ο καθείς αναγιγνώσκει και ερμηνεύει τούτο το σενάριο, ενθυμούμενος ότι ο πιθανώς προτεινόμενος έχει χρηματίσει δήμαρχος Αθηναίων, αρχηγός θνησιγενούς πολιτικού κόμματος, στέλεχος κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας (υπουργός, αντιπρόεδρος…). Προηγήθηκε η διπλωματική του καριέρα. Είχε αποκληθεί από τον αλαζόνα Πάγκαλο ως ο «κύριος Τίποτα». Εχει, όμως, στο ενεργητικό του ότι, ως δήμαρχος Αθηναίων, «ύψωσε» το υψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Ευρώπη και αργότερα πήρε τη δραματική απόφαση (γενναία και ιστορική) να κηρύξει το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου μετά δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Αναπαύτηκαν, επιτέλους, τα του Θουκυδίδου οστά.
Θα είναι κρίμα για έναν πολιτικό τέτοιου βεληνεκούς να επέλθει αυτό το πολιτικό τέλος· είναι νέος ακόμη και πολλά έχει να προσφέρει στον τόπο και στις νέες γενιές.
Ισως ο ΣΥΡΙΖΑ όφειλε να λάβει υπόψη όλες τούτες τις παραμέτρους και να αναζητήσει άλλο πρόσωπο, όχι κατ’ ανάγκην από τον χώρο της στενής πολιτικής. Εκτός εάν ο νέος πρωθυπουργός έχει κατά νου να εκχωρήσει και πάλι την ισχύ του Προέδρου της Δημοκρατίας στο πολιτικό-πολιτειακό σύστημα.
Ολα αυτά βέβαια είναι δευτερεύοντα μπροστά στα μέγιστα της σύνθεσης της κυβέρνησης και στην προοπτική να συζευχθεί η ηγεμονία με τα εναλλακτικά κινήματα της αυτοδιεύθυνσης και της αυτονομίας. Το πρώτο μέγιστο επετεύχθη (με πολλούς πανεπιστημιακούς!), για το δεύτερο οφείλουμε να κάνουμε υπομονή, υπομονή ενεργητική και όχι απαθή – παθητική. Με την προϋπόθεση, πάντα, ότι παύουν οι πελατειακές σχέσεις και εμφανίζεται στην πολιτική ζωή η απαίτηση της κοινωνίας να βελτιωθεί η καθημερινή ζωή και να πυργωθούν τα δικαιώματα που καταπατήθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Αυτό απαιτεί, είπαμε, λαϊκή συμμετοχή. Μετά την πανηγυρική στέψη ακολουθεί το πνεύμα της κοινωνικής πολιτικής, η «φιλοσοφία» της Αριστεράς για τη διακυβέρνηση του τόπου μέσα στη χοάνη των αγορών του καπιταλισμού. Σήμερα, άρα, είναι η επόμενη μέρα και για τη χώρα και για τον ευρωπαϊκό χώρο. Ο καιρός είναι μαζί μας, τουλάχιστον ώς τις 6 Φεβρουαρίου…
