Μπορεί η Ελλάδα να περιμένει οριστική διευθέτηση των χρεών της (που κατά βάση είναι εθνικά) στις χώρες της Ε.Ε. και το ΔΝΤ (όπου και εκεί οι συμμετοχές είναι εθνικές) σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από έξαρση του εθνικισμού; Μπορεί, εάν δεν έχει τίποτε καλύτερο να κάνει, μόνον που το ρίσκο της απόρριψης είναι μεγάλο.
Στις 5 Δεκεμβρίου, στην τελευταία προγραμματισμένη συνεδρίαση του Eurogroup για το 2016, το EuroWorking Group θα κάνει θετική εισήγηση, εφόσον έχει κλείσει η αξιολόγηση από τους εκπροσώπους των θεσμών και υπάρξει ρητή δέσμευση από την κυβέρνηση για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που προβλέπει το πρόγραμμα και επίσπευση των αποκρατικοποιήσεων-αξιοποιήσεων.
Και ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση νομοθετεί δυο φορές πιο δραστικά μέτρα από αυτά που θέτουν οι δανειστές σε όλους τους τομείς, από τα εργασιακά και συνταξιοδοτικά μέχρι και το τέλος της ιατροφαρμακευτικής κάλυψης. Θα λυθεί το πρόβλημα του χρέους;
Η Ε.Ε. βρίσκεται πολιτικά σε νέα σφοδρή περιδίνηση, με εσωτερικά μέτωπα αμφισβήτησης που διευρύνονται ραγδαία και μια αλλοπρόσαλλη κατάσταση στο διεθνές περιβάλλον μετά την εκλογή του Ντ. Τραμπ στις ΗΠΑ.
Η Γερμανία καλείται να αναλάβει ρόλο υπερδύναμης, ενώ έχει συνηθίσει την ηγεμονία της ήρεμης ευρωπαϊκής δύναμης και η καγκελάριος Μέρκελ πιέζεται να διαμορφώσει έναν νέο πόλο ισχύος απέναντι στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα και ταυτόχρονα να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες τάσεις της Τουρκίας και άλλων περιφερειακών δυνάμεων. Δεν κρίνεται μόνον η τύχη της Ευρώπης, παίζεται και η οικονομική προοπτική της ίδιας της Γερμανίας.
Είναι πολύ όμορφο, λοιπόν, για να είναι αληθινό, στη σύνοδο της ευρωζώνης και στη συνέχεια των 27 της Ε.Ε. να δοθεί μία ισχυρότερη δέσμευση και ένας καθαρός διάδρομος, όπως λέει η ελληνική κυβέρνηση, για το χρέος.
Να συμφωνήσουν δηλαδή οι ισχυρότερες χώρες, που έχουν και το μεγαλύτερο μέρος του χρέους, σε μια ελάφρυνση τώρα, με τη σειρά τους να στέρξουν οι μικρότερες και κατόπιν να μένει το μήνυμα της Ε.Ε. προς τις αγορές ότι έχει κλείσει ο κύκλος της κρίσης και η Ευρώπη μπαίνει σε φάση ανάπτυξης.
Ξεκινώντας από τις μεγαλύτερες χώρες, μια τέτοια κίνηση σημαίνει ότι η Γερμανία έχει αποφασίσει να πάρει πάνω της όλη την ευθύνη, να πείσει η καγκελάριος Αν. Μέρκελ τον πρόεδρο Φρ. Ολάντ ότι μπορεί να μην είναι εκ νέου υποψήφιος για την προεδρία της Γαλλίας αλλά αξίζει να ανοίξει και άλλο μέτωπο με τη Λεπέν και τη Δεξιά του Φιγιόν ή του Ζιπέ, ενώ ο Μ. Ρέντσι, αν και δεν ξέρει τι του ξημερώνει μετά το δημοψήφισμα στις 4 Δεκεμβρίου, να δεχτεί και αυτός να πάρει βάρη από τις πλάτες της Ελλάδας.
Στη συνέχεια θα πρέπει βεβαίως να πειστούν και οι υπόλοιποι 15, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος εάν ληφθεί υπόψη ότι πολλές κυβερνήσεις ρέπουν στον σοβινισμό και άλλες σύρονται σε συντηρητικές θέσεις μήπως και αναχαιτίσουν τις ακροδεξιές πιέσεις που δέχονται. Ας πούμε όμως ότι ακόμη και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Β. Ορμπαν συμφωνεί, δίχως να ζητάει για αντάλλαγμα η Ελλάδα να αναλάβει τη φιλοξενία όλων των προσφύγων.
Συμφωνεί και η Ολλανδία (παρότι την επομένη ο ακροδεξιός Γκ. Βίλντερ θα απειλεί να στείλει στο δικαστήριο τον Γ. Ντάισελμπλουμ), συμφωνεί και η Αυστρία (που αντιμετωπίζει ανάλογη πολιτική κατάσταση). Για να συμβούν όλα αυτά, σημαίνει ότι συμφωνεί με τη διευθέτηση και ο Β. Σόιμπλε και ομοίως καταθέτει και αυτός νέο νομοσχέδιο για την κύρωση της απόφασης και ας διαφωνούν πολλοί από τους βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Και πάμε στην επόμενη φάση, στον ρόλο του ΔΝΤ. Θα ανανεώσει τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα, που θα είναι μικρή ως προς το χρηματοδοτικό σκέλος αλλά καθοριστική ως προς την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων.
Αυτό πρακτικά ισοδυναμεί με ένα νέο Μνημόνιο με το ΔΝΤ, συμπληρωματικό ή παραπληρωματικό, αλλά Μνημόνιο, που εκτός των δημοσιονομικών θα έχει και την πιστοποίηση της βιωσιμότητας του χρέους. Το δεύτερο ζήτημα αφορά την ΕΚΤ.
Τα χρήματα που θα έβαζε το ΔΝΤ στο πρόγραμμα θα μπορούσαν να αναπληρωθούν από την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης QE της ΕΚΤ. Τα 5 ή 10 δισ. ευρώ είναι ελάχιστο ποσόν σε σχέση με το χρέος που κατέχει η Ε.Ε. Το ποσόν αυτό όμως θεωρείται ικανό σε αυτή τη φάση να κινήσει την ελληνική οικονομία.
Η κυβέρνηση έχει να σταθμίσει το ενδεχόμενο μιας ρητής άρνησης από την Ε.Ε. εάν τεθεί εκ νέου το θέμα του χρέους σε ανώτατο επίπεδο και το εναλλακτικό σενάριο μιας δέσμευσης για τη μεσοπρόθεσμη ελάφρυνση με τους τεχνικούς όρους του ESM.
Στην περίπτωση αυτή η μακροπρόθεσμη συζήτηση θα μετατεθεί, όπως επιμένει η Γερμανία, μετά το 2018, αλλά θα αποφευχθεί μία νέα εμπλοκή με τις αξιολογήσεις και την καταβολή των επόμενων δόσεων, εάν βεβαίως κινηθεί και ο Β. Σόιμπλε σε μια συμβιβαστική μεσοπρόθεσμη λύση.
Η θέση της κυβέρνησης για τη μακροπρόθεσμη διευθέτηση του χρέους τώρα απορρίπτεται χωρίς καμία δυσκολία από τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, γιατί γνωρίζει ότι δεν πρόκειται καμία άλλη ευρωπαϊκή κυβέρνηση να στηρίξει ανοιχτά το ελληνικό αίτημα.
Εάν ο στόχος της κυβέρνησης είναι να συμβιβαστεί στη μεσοπρόθεσμη διευθέτηση, με τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων και την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, οι κινήσεις από όλες τις πλευρές θα πρέπει να είναι άμεσες και συντονισμένες. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος και αυτός ο στόχος να απομακρυνθεί αντί να έρθει νωρίτερα η μακροπρόθεσμη διευθέτηση.
