Ανήσυχος ήτανε για κάμποσες ημέρες, καταμεσής τ’ Αυγούστου, ο κύριος Μάριος· στριφογύριζε διαρκώς στον νου του η ξαδέλφη του η Αγγελική, ξενιτεμένη από χρόνια κάτω στην Αυστραλία. Ελεγε κάθε τόσο να της τηλεφωνήσει, μα πάντοτε κάτι προέκυπτε και το ανέβαλλε, ώσπου δέχτηκε, εντέλει, ο ίδιος τηλεφώνημα με τ’ άσχημα μαντάτα· μας άφησε, λέει, η Αγγελική, δεν την άντεξε άλλο την κακιά αρρώστια.
Μικρό παιδί ήτανε η Αγγελική σαν ξεκίνησε ο Εμφύλιος και πήρε τα βουνά μέσα στο καταχείμωνο, μ’ όλη την οικογένεια, ψηλά στον Βάλτο Αιτωλοακαρνανίας, να μην τους συλλάβει ο στρατός, καθότι ο πατέρας της ήταν με τους αριστερούς. Κυνηγητό, κρησφύγετα, κακουχίες, θάνατοι, αρρώστιες και πείνα το καθημερινό της βίωμα.
Κι όταν κάποια στιγμή στριμώχτηκαν για τα καλά, αναγκάστηκαν να χωριστούνε· έφυγε ο πατέρας της με τα μεγαλύτερα αδέρφια της για ν’ αποφύγουνε την ενδεχόμενη εκτέλεση και κατέληξαν τα γυναικόπαιδα στο κρατητήριο του Καρβασαρά. Κόσμος πολύς μαζεύτηκε την επομένη να δει τα «παιδιά των ανταρτών», την ώρα που περιμένανε τη μεταγωγή τους για το Αγρίνιο.
Ανάμεσά τους κι ο μικρός –τότε– Μάριος με τ’ αδέλφια του. Κοίταζαν από μακριά τα αιχμάλωτα ξαδέλφια τους, δίχως να μπορούν να πλησιάσουνε για μια στοργική κουβέντα και μια αγκαλιά· δεν ήτανε και εύκολο πράμα, τότε, να σε δούνε να συναναστρέφεσαι δημόσια με τους αιχμάλωτους «συμμορίτες», ακόμα κι αν επρόκειτο για αθώα γυναικόπαιδα.
Κι έπειτα, ο αναγκαστικός χωρισμός από τη φυλακισμένη μάνα και οι παιδουπόλεις της Φρειδερίκης. Πράματα φοβερά φτάνανε στα παιδικά αυτιά της από καλοθελητάδες, πως τάχα ο πατέρας της σκοτώθηκε απ’ τον στρατό και ότι περιφέρανε το κουφάρι του στον Καρβασαρά, ώσπου κάποτε έλαβε γράμμα του με φωτογραφίες από την Πολωνία, όπου είχε καταφύγει με τα υπόλοιπα αδέλφια της, κι ησύχασε.
Με όλους κατόρθωσε να ξανανταμώσει πριν φύγει για την Αυστραλία, το ’65, να ριζώσει κι αυτή στην ξένη γη, όπως και τόσοι άλλοι, και ν’ αποκτήσει παιδιά κι εγγόνια, να δημιουργήσει ζωή κι ελπίδα.
Μονάχα τον αδελφό της τον Κώστα, που ήταν κι αυτός στην Πολωνία, δεν πρόλαβε να ξαναδεί. Είχανε δώσει ραντεβού να σμίξουνε, έπειτα από πενήντα δύο χρόνια, στην Αθήνα, μα ο θάνατος τον πήρε για πάντα μακριά της, λίγες ημέρες πριν από κείνη τη συνάντηση.
Ολο το είναι της Ελλάδας θαρρείς πως καθρεφτίζεται μες στη ζωή της θειας Αγγελικής. Της Ελλάδας που, ακόμα κι ως νικήτρια, κατορθώνει να βρίσκεται εντέλει ηττημένη, ρημαγμένη μες στο χάος των παθών της, να καταπίνει τα παιδιά της και να ξεραίνει τα καλύτερα βλαστάρια της.
Της Ελλάδας της προσφυγιάς και της ορφάνιας, του χωρισμού και του πόνου, του ξεριζωμού και της ξενιτιάς. Αλλά και της Ελλάδας που αναγεννιέται απ’ τις στάχτες της, που ριζώνει και καρπίζει ακόμη και στον πιο άγονο κι αφιλόξενο βράχο, μετατρέποντάς τον, με τρόπο μεταφυσικό θαρρείς, σε γόνιμο έδαφος. Της Ελλάδας της δημιουργίας και του ανεξίτηλου φωτός.
Τ’ αναστοχάζεται διαρκώς όλα αυτά ο κύριος Μάριος τις τελευταίες εβδομάδες. Να ‘τανε, λέει, μπορετό, ν’ άφηνε μια αγκαλιά χρυσάνθεμα, σιμά στο χώμα που μπόλιασε παντοτινά η ξαδέλφη του, στη μακρινή Αυστραλία.
Στη μνήμη της Αγγελικής Πάζιου-Τζιώκα, που δεν πρόλαβα να γνωρίσω από κοντά, παρά μονάχα μέσα απ’ το αυτοβιογραφικό της βιβλίο «Το ηλιοβασίλεμα της ξενιτιάς», εκδόσεις Τσώνη, Μελβούρνη 2004, και τις εξιστορήσεις αγαπημένων της ανθρώπων.
