Η πολυθρύλητη ανακοίνωση των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων απ’ το Ωραιόκαστρο περί ανεπιθύμητων προσφυγόπουλων και η φασαρία που προκλήθηκε γύρω απ’ αυτήν, ήρθε να επιβεβαιώσει το γεγονός: στον τόπο που κάποτε γεννήθηκε ο ορθός λόγος και εμπεδώθηκε η διαλεκτική μέθοδος, σήμερα δεν γνωρίζουμε να συζητάμε.
Δεν έχουμε τη δεξιότητα να ακούμε και να σεβόμαστε την οπτική και τις αγωνίες του άλλου, να ανταπαντούμε ήπια και με ανεκτικότητα, να δομούμε συλλογισμούς με επιχειρήματα και συνοχή προσπαθώντας να στηρίξουμε τη θέση μας ή να καταρρίψουμε αυτήν του συνομιλητή μας, να γνωρίζουμε πότε υπερβαίνουμε τα εσκαμμένα και παρεκτρεπόμαστε σε φληναφήματα και ανοησίες.
Διαβάζουμε στη σύντομη ανακοίνωση του συλλόγου γονέων ότι «αποφασίστηκε ομόφωνα η μη ένταξη-τοποθέτηση των παιδιών των προσφύγων στον χώρο του σχολείου μας. Σε αντίθετη περίπτωση, θα προβούμε στην κατάληψη του σχολικού κτιρίου».
Ας εντοπίσουμε το προφανές· ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων καμία αρμοδιότητα δεν έχει στον καθορισμό των μαθητών που θα φοιτήσουν στο σχολείο, άρα δεν μπορεί να αποφασίζει (!), ομόφωνα ή μη, σχετικά με το θέμα.
Μπορεί, απλώς, να εκφράσει τη γνώμη και τους προβληματισμούς του στις αρχές (διεύθυνση σχολείου, τοπική διεύθυνση εκπαίδευσης, σχολική επιτροπή κ.λπ.) και στην κοινή γνώμη. Δεν μπήκε στον κόπο να το πράξει στη συγκεκριμένη περίσταση.
Ας αφήσουμε απλώς ασχολίαστο το γεγονός ότι η ανακοίνωση κλείνει με απειλή για τέλεση παράνομης και αξιόποινης πράξης.
Οι γονείς του Ωραιόκαστρου απέτυχαν παταγωδώς να δομήσουν έναν στοιχειώδη συλλογισμό και μια επιχειρηματολογία.
Αντί να ενημερώσουν εμάς τους υπόλοιπους για τις ανησυχίες και τους φόβους τους, να θέσουν ένα θέμα προς συζήτηση με ήπιο τρόπο και διαλλακτικότητα, στηρίζοντας τη θέση τους και επιδεικνύοντας διάθεση εύρεσης μιας συμβιβαστικής και λειτουργικής λύσης για όλες τις πλευρές, επέλεξαν την απολυτότητα, την ακαμψία και τα τετελεσμένα.
Αντί να ξεκινήσουν έναν διάλογο, επέδωσαν ένα τελεσίγραφο, δίχως μάλιστα να μπουν στη διαδικασία να μας κάνουν κοινωνούς των προβληματισμών τους.
Το αποτέλεσμα δεν τους δικαίωσε· όχι μονάχα δεν συνέβαλαν στην επίλυση του θέματός τους, αλλά προκάλεσαν γενικευμένες αντιδράσεις, δυσχεραίνοντας τη διαπραγματευτική τους θέση και δημιουργώντας πολύ περισσότερες αντιπάθειες από συμπάθειες.
Αναφορικά με αυτές ακριβώς τις αντιδράσεις, βρέθηκαν πάμπολλοι πρόθυμοι να χαρακτηρίσουν συλλήβδην τους ανθρώπους μιας ολόκληρης περιοχής ρατσιστές, ξενοφοβικούς, υποκινούμενους από νεοφασιστικές οργανώσεις και άλλα παρόμοια.
Ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου η μετριοπάθεια κι η ψυχραιμία μάλλον έχουν αποκλειστεί από τους χρήστες ως «κακόβουλο λογισμικό», επιστρατεύτηκαν μέχρι και φωτογραφίες με συναθροίσεις μελών της Κου Κλουξ Κλαν προκειμένου να στηλιτευτεί η επίμαχη ανακοίνωση.
Πύρινα άρθρα γράφτηκαν, αφορισμοί εξακοντίστηκαν, ιστορικά γεγονότα ξεθάφτηκαν, με χαρακτηριστική ευκολία και περίσσιο μένος.
Ελάχιστοι μπήκαν στον κόπο να διερωτηθούν ποιοι λόγοι, στ’ αλήθεια, οδήγησαν τα μέλη του συλλόγου στη συγκεκριμένη στάση, κανένα «γιατί» δεν διατυπώθηκε περιμένοντας απάντηση, κανένας πρόθυμος ν’ ακούσει εξηγήσεις δεν βρέθηκε. Οι απαντήσεις ήταν έτοιμες, στα χείλη και στα μυαλά όλων μας· ένοχος ο κατηγορούμενος, η απολογία περιττεύει.
Αν υποθέσουμε ότι στην περιοχή του Ωραιόκαστρου έριξαν κάποιοι τον κακό σπόρο του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας, περιμένοντας ανάλογη συγκομιδή, ποια αντιμετώπιση θα περιόριζε το φαινόμενο;
Σίγουρα όχι οι κραυγές, οι ριπές και η μαζική στοχοποίηση. Αν δοκιμάσεις να κάψεις μονομιάς τον βάτο, όχι απλά δεν θα τον εξαφανίσεις, αλλά σε βάθος χρόνου θα τον λιπάνεις και θα τον δυναμώσεις. Χρειάζεται υπομονή κι επιμονή, προσεκτικό κλάδεμα μέχρι τη ρίζα, ώστε να μπορέσεις να τον έχεις σε καταστολή, μέχρι να κατορθώσεις να τον τιθασεύσεις.
Η φασαρία γύρω από το θέμα του Ωραιόκαστρου δεν αποτελεί εξαίρεση· είναι ο διαχρονικός κανόνας στον δημόσιο λόγο.
Το εκπαιδευτικό σύστημα αποτυγχάνει να κληροδοτήσει στην κοινωνία την αξία και τους κανόνες του διαλόγου και τα ανεξέλεγκτα μέσα ενημέρωσης έδωσαν τη χαριστική βολή, αποθεώνοντας την οχλαγωγία, τους παράλληλους μονολόγους, τις φωνασκίες και τους ανέξοδους χαρακτηρισμούς.
Οσο δεν μαθαίνουμε να συζητάμε, όχι απλά δεν θα βρίσκουμε λύσεις στα θέματά μας, αλλά θα βυθιζόμαστε ακόμα περισσότερο στην ατέρμονη δίνη των προβλημάτων μας.
