Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κινδυνεύει η δημοκρατία; Ναι, και μάλιστα πολύ σοβαρά, αν πιστέψουμε ορισμένα κόμματα και κάποιους δημοσιολόγους. Πώς οδηγούνται σ’ αυτήν την εκτίμηση; Μα επειδή η κυβέρνηση στοχοποιεί δημοσιογράφους που ασκούν κριτική στις επιλογές της.

Η ιστορία ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 και έκτοτε κλιμακώθηκε με διάφορες αφορμές. Και η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ αλλά και πολλά μέσα ενημέρωσης διακινούν τη συγκεκριμένη θεωρία και καλούν τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις σε πανστρατιά προκειμένου να εξουδετερωθούν τα σχέδια των λαϊκιστών.

Πρόσφατα είχαμε τις ανακοινώσεις του γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ και των κύκλων του Μαξίμου με απαξιωτικά σχόλια κατά δημοσιογράφων και τις αντιδράσεις των δημοσιογράφων που ένιωσαν ότι στοχοποιήθηκαν. Εχουμε να κάνουμε με μια πρακτική που αποτελεί απειλή για την ελευθερία της έκφρασης; Είναι μήπως κάτι πρωτοφανές; Αστεία πράγματα.

Ερώτημα: υπάρχει σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ένας θεσμός ή κάποιο δημόσιο πρόσωπο που είναι ή που πρέπει να είναι υπεράνω κριτικής;

Οχι φυσικά. Από τη στιγμή που στο στόχαστρο της κριτικής (και σωστά) μπαίνουν ο «ανεύθυνος» Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η ηγεσία της Εκκλησίας, οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης, οι κάθε μορφής συλλογικότητες (συνδικάτα, εργοδοτικές οργανώσεις), με ποιο επιχείρημα ένα μέσο ενημέρωσης ή ένας δημοσιογράφος που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ατζέντας της δημόσιας συζήτησης πρέπει να είναι στο απυρόβλητο;

Μπορεί κανείς στα σοβαρά να ισχυριστεί ότι τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι υπηρετούν χωρίς σκοπιμότητες (πολιτικές, κομματικές, ατομικές, εργοδοτικές) το αγαθό της ενημέρωσης; Δεν νομίζω. Ποτέ δεν συνέβαινε αυτό.

Να θυμίσουμε, για να μην ξεχνιόμαστε, τον ρόλο που έπαιξαν συγκροτήματα Τύπου τις ανώμαλες περιόδους (αποστασία, 1989), την οργή της Δεξιάς για τα έντυπα που αποθέωναν το ΠΑΣΟΚ την εποχή της παντοδυναμίας του, τις επιθέσεις του ΠΑΣΟΚ κατά εφημερίδων και τηλεοπτικών εκπομπών όταν έβγαζαν σκάνδαλα ή «σκάνδαλα» στελεχών του, τις καταγγελίες των κομμάτων της Αριστεράς για τον αποκλεισμό τους από τα ΜΜΕ με εντολή, όπως έλεγαν, των φορέων του συναινετικού δικομματισμού, την ύποπτη ομοφωνία των κυρίαρχων διαύλων από το πρώτο Μνημόνιο ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική» και φυσικά την τελείως… ανιδιοτελή στάση τους στο δημοψήφισμα.

Στις μέρες μας η σχέση πολιτικής-ΜΜΕ είναι τόσο στενή που συχνά ένας πολίτης αναρωτιέται για το ποια από τις δύο πλευρές δίνει τον τόνο. Δυσκολεύομαι για παράδειγμα στο επίμαχο θέμα των αδειών για τις τηλεοπτικές συχνότητες να διακρίνω ποιος είναι ο παραγωγός και ποιος ο ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής.

Εχουν τον πρώτο λόγο οι ηγεσίες των κομμάτων ή οι διευθυντικές ομάδες των ΜΜΕ, οι οποίες δίνουν την εντύπωση ότι λειτουργούν ως ο οργανικός εκπρόσωπος ενός «κόμματος νέου τύπου»; Ας αφήσουμε λοιπόν τις υποκριτικές κραυγές. Ουδείς είναι υπεράνω κριτικής.

Ούτε οι πάσης φύσεως εξουσίες ούτε όμως και όσοι έχουν δημόσιο λόγο. Ή για να το πούμε με την περίφημη φράση του Γεωργίου Παπανδρέου (κι αυτός υπήρξε θύμα της διαπλοκής της εποχής του) «και οι κρίνοντες κρίνονται».

«Δεν θα εφαρμόσουμε στην Ελλάδα το μοντέλο Πινοτσέτ» είπε ο υπουργός Εργασίας Γιώργος Κατρούγκαλος στέλνοντας μήνυμα στο ΔΝΤ λίγο πριν από την έναρξη των συζητήσεων για τη δεύτερη αξιολόγηση, στο επίκεντρο της οποίας θα βρεθούν τα εργασιακά.

Ελπίζουμε τούτη τη φορά στην κυβέρνηση να έχουν μετρήσει σωστά τις δυνάμεις τους, τους συσχετισμούς, να έχουν φροντίσει για συμμαχίες εντός και εκτός της χώρας, ώστε να μη βρεθούν στη δυσάρεστη θέση να αντικαταστήσουν τα ηρωικά λόγια με δειλές πράξεις.