Οι εκδηλώσεις που έγιναν στις 19 Μαΐου, την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων από τους Νεότουρκους, ξύπνησαν μνήμες από το δράμα των Ελλήνων προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, που κορυφώθηκε με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Οι δύο χώρες υπέγραψαν τη σχετική σύμβαση στις 30 Ιανουαρίου του 1923. Δέχτηκε η Ελλάδα την περίοδο εκείνη συνολικά 1.500.000 πρόσφυγες Ελληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, οι οποίοι ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και ήρθαν στη μητέρα πατρίδα εξαθλιωμένοι, με ελάχιστα από τα υπάρχοντά τους.
Κατά τους υπολογισμούς της εποχής, οι πρόσφυγες εγκατέλειψαν περιουσίες συνολικής αξίας σε λίρες Τουρκίας 263.909.910, κατά μια άλλη άποψη 310.000.000 λίρες Τουρκίας, σε δραχμές 87.090.270.300 και σε χρυσές λίρες Αγγλίας 239.918.100. Ο πληθυσμός της Ελλάδας κατά την απογραφή του 1922 ήταν 5.016.889 ψυχές.
Στο διάστημα 1918-1922 ήρθαν στην Ελλάδα 151.892 πρόσφυγες και τους πρώτους μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήρθαν 696.039. Το τελευταίο μεγάλο κύμα προσφύγων ήρθε μετά την υπογραφή της Σύμβασης Ανταλλαγής του 1923.
Αντιμετώπιζε τότε η Ελλάδα με τον Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή τεράστια οικονομική κρίση, πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή, και δεν μπορούσε εύκολα να σηκώσει το βάρος 1,5 εκατομμυρίου εξαθλιωμένων προσφύγων. Και όχι μόνο το σήκωσε με δυναμική πολιτική και δάνεια, αλλά προπαντός το σήκωσε με τον αγώνα, τις θυσίες, τη δουλειά και την ανεκτίμητη προσφορά των ίδιων των προσφύγων, στους οποίους ο τόπος οφείλει την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του.
Οι προσφυγικές δαπάνες για περίθαλψη, στέγαση και εποικισμό κατά την περίοδο 1922-1932 έφτασαν σε δραχμές τα 3.304.221.289 (σε χρυσές λίρες Αγγλίας τα 10.794.657) και καλύφθηκαν με δάνεια από το εξωτερικό και το εσωτερικό. Αναλυτικά στοιχεία δημοσίευσε ο μελετητής πρόσφυγας Αριστοκλής Ι. Αιγίδης στο εκπληκτικό βιβλίο του «Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγας. Ιστορική, δημοσιονομική, οικονομική και κοινωνική μελέτη του προσφυγικού ζητήματος» (Αθήνα 1934).
Απέδειξε ο Αιγίδης ότι οι πρόσφυγες με την προσφορά τους άλλαξαν τον τόπο σε όλους τους τομείς, στο εμπόριο, τη βιομηχανία, την κτηνοτροφία και τη γεωργία με την ανάπτυξη των συνεταιρισμών και με νέες καλλιέργειες, τις τέχνες και τα γράμματα (ο πρόσφυγας Γιώργος Σεφέρης έφερε το πρώτο βραβείο Νόμπελ στην Ελλάδα), όπως και στις επιστήμες.
Για την προσφορά των προσφύγων ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε επιστολή του προς τον Αριστοκλή Αιγίδη, μετά την ανάγνωση του βιβλίου του, έγραφε στις 28 Ιουνίου 1934: «Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς σήμερον που μπορεί να αρνηθεί ότι μετά την επελθούσαν Μικρασιατικήν Καταστροφήν η άφιξις επί του ελληνικού εδάφους των εκατόν είκοσι μυριάδων προσφύγων υπήρξεν ευλογία διά το Ελληνικόν Κράτος. Είναι τούτον τόσον αληθές, ώστε όταν τον Οκτώβριον του 1930 συνήψαμεν εις την Αγκυραν το σύμφωνον της Ελληνοτουρκικής φιλίας έλεγα μιαν ημέραν εις τον Ισμέτ Ινονού: Δεν βλέπω παρά μία ακόμη αφορμή, η οποία δύναται να ανατρέψει τη φιλία μας. “Ποία;”. Εάν ποτέ επιχειρούσατε να παραπείσετε τους πρόσφυγας να επανέλθουν εις τα παλαιάς εστίας των».
Στην ίδια επιστολή ο Ελευθέριος Βενιζέλος σημείωνε ότι πολλοί τον κατηγορούν και υποστηρίζουν πως εάν δεν έκανε το σφάλμα να μετάσχει στον Μεγάλο Πόλεμο οι πρόσφυγες θα έμεναν στις εστίες τους και υπογράμμιζε: «Οι διατυπώνοντες την κατηγορίαν αυτήν είναι κακής πίστεως, διότι λησμονούν ότι ακριβώς διά να κατορθώσωμεν να διατηρηθούν οι Ελληνες της Τουρκίας εις τας εστίας των, εισήλθομεν εις τον πόλεμον.
Αλλως η απόφασις της Νέας Τουρκίας ν’ απαλλαγή των ξένων εθνικών στοιχείων ήτο ειλημμένη προ του Μεγάλου Πολέμου και είχεν αρχίσει μάλιστα η εκτέλεσίς της προηγουμένως και ήδη μέχρι του Ιουνίου 1914 πολλαί μυριάδες ομογενών είχον απελαθεί από τα παράλια της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης». Και ο Σπ. Μαρκεζίνης στην «Ιστορία» του και με άρθρο του το 1973 θα υποστηρίξει με επιχειρήματα και στοιχεία ότι «το 1922 και όχι το 1832 εδημιουργήθη η νέα Ελλάς και οι πρόσφυγες υπήρξαν το νέο αίμα της».
Οι Ελλαδίτες, ωστόσο, δεν υποδέχτηκαν με ανοιχτή αγκαλιά τους αδελφούς κατατρεγμένους πρόσφυγες. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα απαξιωτικά επίθετα. Τους έλεγαν «τουρκόσπορους» και τις προσφυγοπούλες, που πλένονταν πιο τακτικά από τις ντόπιες κοπέλες, τις αποκαλούσαν «παστρικιές», υπονοώντας ότι είναι ελαφρών ηθών.
Χαρακτηριστικό τού κατά των προσφύγων κλίματος είναι άρθρο του αντιβενιζελικού μεγαλοδημοσιογράφου Νικ. Κρανιωτάκη στο οποίο έγραφε ότι πρέπει να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους γνωρίζουν οι Ελληνες και να τους αποφεύγουν.
Αλλά και το κράτος των «παλαιοελλαδιτών» σε πολλές περιπτώσεις τούς αντιμετώπισε με τρόπο απαράδεκτο έως και απάνθρωπο. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ως στρατόπεδο «καραντίνας» για τους πρόσφυγες η Μακρόνησος, το μετέπειτα κολαστήριο του Εμφυλίου Πολέμου. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έγραψε το 1973 ότι για τους πρόσφυγες «δεν υπήρξε απλή συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε και σαφής αντιπάθεια. Το θυμούμαι και ανατριχιάζω».
Αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες ακόμη και πρόβλημα στοιχειώδους διατροφής. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα ο Πόντιος «προσφυγοπατέρας» Λεωνίδας Ιασωνίδης. Εγραφε: «Εις τας κορυφάς του Ολύμπου Θεοί ευωχούνται και εις τα υπωρείας αυτού πρόσφυγες λιμώ απόλλυνται».
Η σύγχρονη Ελλάδα αναγνωρίζει την προσφορά των προσφύγων. Οι Ελληνες της κρίσης και των Μνημονίων οφείλουν να μιμηθούν τους πρόσφυγες για να βγει η χώρα από το τούνελ της εξαθλίωσης.
