Η αποκάλυψη των στοιχείων για τους φορολογικούς παραδείσους και την εκτεταμένη φοροδιαφυγή έχει πάρει πλέον τη μορφή χιονοστιβάδας, επιβεβαιώνοντας αυτό που όλοι στην Ελλάδα ψυχανεμιζόμασταν επί δεκαετίες, αλλά δεν μπορούσαμε να αποδείξουμε.
Επιχειρηματίες, στελέχη ΔΕΚΟ, δημοσιογράφοι, άνθρωποι της νύχτας, στελέχη εταιρειών τεχνικών έργων, επίλεκτα μέλη του τραπεζικού τομέα, μεγαλογιατροί, πρόσωπα από τον χώρο των εξοπλιστικών προμηθειών, καθηγητές πανεπιστημίου και εν γένει προσωπικότητες του δημόσιου βίου επιδίδονται εδώ και χρόνια στο ευγενές άθλημα της φοροαποφυγής, στερώντας δισεκατομμύρια ευρώ από τα κρατικά έσοδα.
Φυσικά το φαινόμενο είναι διεθνές και δεν αφορά μόνο (ή κυρίως) την Ελλάδα, αφού η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή αποτελούν δύο από τις βασικές αιτίες για τη διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων διεθνώς. Εννοείται ότι όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται κάτω από το αδιάφορο ή συνένοχο βλέμμα των κυβερνήσεων, οι οποίες στη συντριπτική τους πλειονότητα βρίσκονται σ’ ένα αμαρτωλό δούναι και λαβείν με τις οικονομικές ελίτ, τις οποίες ευνοούν ποικιλοτρόπως.
Η ταχύτατα εξαπλούμενη χρηματιστικοποίηση, η διεθνοποίηση της οικονομίας υπό την καθοδήγηση του αρπακτικού καπιταλισμού, αλλά και η συνειδητή αποδυνάμωση των εποπτικών αρχών και των μηχανισμών ελέγχου έχουν δημιουργήσει το πιο εύφορο έδαφος για τη δημιουργία μιας γκρίζας ζώνης μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, στην οποία κινούνται με άνεση οι επίδοξοι παραβάτες κάθε κανόνα και αρχής.
Πρόκειται για την περίφημη «σκιώδη οικονομία», στην οποία εύκολα μπορεί κάποιος να κρύψει τον πλούτο, την περιουσία και τα ίχνη του. Σ’ αυτό συντελεί και η σύγχρονη τεχνολογία, η οποία παρέχει όλα τα μέσα για την παράκαμψη του νόμου μέσω της δημιουργίας ενός δαιδαλώδους πλαισίου-λαβυρίνθου.
Η κατάσταση αυτή επιτάθηκε με το κύμα του νεοφιλελευθερισμού τα τελευταία 30 χρόνια. Βασικό επιχείρημα αποτέλεσε το δήθεν σπάταλο κράτος, το οποίο -συν τοις άλλοις- είναι και ανίκανο να φέρει έσοδα στα κρατικά ταμεία.
Ως εκ τούτου, εκείνο που -υποτίθεται- αποτελεί το φάρμακο γι’ αυτή την ασθένεια είναι οι «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» (ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, ΣΔΙΤ, «άνοιγμα των αγορών» και κυρίως εκείνης της εργασίας κ.λπ.), αλλά και η επιβολή οριζόντιων φόρων στα συνήθη υποζύγια (εργαζόμενους, συνταξιούχους και μικροεπαγγελματίες).
Παράλληλα, η πολιτική αυτή συνοδεύεται από μαζικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, υποδομές κ.λπ.), από τις οποίες πλήττονται ευθέως τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα.
Αυτή η «συσσώρευση μέσω της υπεξαίρεσης» (Ντέιβιντ Χάρβεϊ) είναι το ένα σκέλος της ενίσχυσης των πλουσίων, ενώ το άλλο είναι η όλο και χαμηλότερη φορολόγησή τους και η (σιωπηρή) δυνατότητα που τους δίνεται να φοροδιαφεύγουν, χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία των τραπεζών, των νομικών συμβούλων και των εξειδικευμένων εταιρειών του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Εχουμε δηλαδή ένα διπλό λειτουργικό σύστημα που αναδιανέμει τον πλούτο και κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους.
Οι αποκαλύψεις των διαφόρων λιστών, αλλά και οι διαρροές (LuxLeaks, Panama Papers κ.λπ.) ενισχύουν το ηθικό πλεονέκτημα του περίφημου 99%, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα, αφού οι ανισότητες εισοδήματος και πλούτου θα αυξάνονται όσο η πλειονότητα των πολιτών απλώς συζητά, σχολιάζει και δυσανασχετεί, χωρίς να αναλαμβάνει δράση.
