Από σήμερα το βράδυ στον γαλαξία της αντιμνημονιακής Αριστεράς θα προστεθεί ακόμη ένα αστέρι. Μιλάμε για το σχήμα «Πλεύση Ελευθερίας» της πρώην προέδρου της Βουλής, Ζωής Κωνσταντοπούλου. Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε λοιπόν, κατά πώς λένε τα «ιερά κείμενα», ωστόσο το τρίτο σκέλος της προτροπής -«και κατακυριεύσατε την Γην»- δεν πρόκειται να συμβεί, στο ορατό μέλλον τουλάχιστον, γιατί στην περίπτωση της Αριστεράς (σε όλες τις εκδοχές της) η αύξηση αφορά μόνο τον αριθμό των κομμάτων και των πάσης φύσεως ομάδων, ενώ το μέγεθος του πλήθους των πιστών παραμένει το ίδιο. Απλώς μετακινείται, ενίοτε θορυβωδώς, εντός του ίδιου χώρου.
Από το πολιτικό προσωπικό που εγκατέλειψε τον ΣΥΡΙΖΑ τον Αύγουστο του 2015 μετά την υπογραφή του μνημονίου, μέρος του οποίου στην πρώτη φάση στεγάστηκε στη Λαϊκή Ενότητα, έχουμε μέχρι στιγμής: το Αριστερό Ρεύμα, που μετεξελίσσεται σε πολιτική κίνηση, το κόμμα της κ. Κωνσταντοπούλου, το εγχείρημα Λαπαβίτσα και πολλούς απογοητευμένους, οι οποίοι είτε ψάχνονται διαφορετικά στήνοντας ομίλους προβληματισμού είτε παρακολουθούν τις διεργασίες χωρίς να εμπλέκονται.
Για να σχηματιστεί η πλήρης εικόνα, πρέπει να αναφέρουμε το Plan B του Αλέκου Αλαβάνου, που συνεργάστηκε με τη ΛΑ.Ε. στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, το «κίνημα Βαρουφάκη», που τραβάει τον δικό του δρόμο, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (την πιο συμπαγή συλλογικότητα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς) και τις χαλκέντερες (ως προς την αντοχή τους στον χρόνο) μαοϊκές και τροτσκιστικές οργανώσεις.
Πού συγκλίνουν όλοι αυτοί; Στις θέσεις ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καμία σχέση με τη ριζοσπαστική Αριστερά και ότι η χώρα πρέπει να τελειώσει οριστικά και αμετάκλητα με τα μνημόνια. Θα αναρωτηθεί κάποιος: «Αφού συμφωνούν στα δύο μείζονος σημασίας ζητήματα, γιατί δεν ενώνουν τις δυνάμεις τους για να χτυπήσουν τον κοινό εχθρό;» Μα, γιατί αυτά που τους χωρίζουν είναι περισσότερα και σοβαρότερα.
Για παράδειγμα, στα πιο άμεσα: Αξίζει τον κόπο να αγωνιστείς για να αλλάξει η Ευρώπη; Να φύγει η Ελλάδα μόνο από την ευρωζώνη ή πρέπει να έρθει σε ρήξη και με την Ευρωπαϊκή Ενωση; Αν η συζήτηση επεκταθεί και στα στρατηγικού χαρακτήρα θέματα, όπως «τι είδους σοσιαλισμό θέλουμε και πώς θα φτάσουμε σ’ αυτόν;», δεν θα βγει άκρη.
Προσθέστε επίσης τους πολιτικούς εγωισμούς, τις παλιές ιδεολογικές έχθρες, τις προσωπικές φιλοδοξίες, την αλαζονεία της αναδρομικής δικαίωσης («εμείς τα λέγαμε») και θα καταλάβετε γιατί αυτό το ρεύμα της αμφισβήτησης βράζει στο ζουμί του, πηγαίνει από ήττα σε ήττα, προκαλεί αφόρητη πλήξη σε ευρύτερα ακροατήρια και είναι τελείως ακίνδυνο.
