Είχε τη βελούδινη σιγουριά ενός γάτου τον Γενάρη. Σκόρπιζε γενναιόδωρα χαμόγελα σε όλους και μιλούσε σαν διανοούμενος αλλά και σαν παραμυθάς ταυτόχρονα. Δεν τον γνώρισα ποτέ κι όμως κάπως έτσι τον είχα στον νου μου.
Ενεκα που τα χρόνια εκείνα, (τα μαθητικά) τον διάβαζα «για να μάθω να γράφω καλά». Ακόμα τις θυμάμαι τις ιστορίες του: «Ενας ηλικιωμένος άνθρωπος» έλεγε, «που επί χρόνια πολλά εργάστηκε στη διοικητική υπηρεσία του κράτους και ανέβηκε όλες τις βαθμίδες, συνόψισε κάποτε τα διδάγματα της μακράς πείρας του σε μια παρατήρηση, άξια να μας βάλει σε πολλές σκέψεις.
Το κράτος, έλεγε, όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως συγκεκριμένο βίωμα, σαν ένα κομμάτι από την ίδια τη ζωή μας, λείπει από τους σημερινούς Ελληνες. Το αισθάνονται σαν ξένο, όχι δικό τους, και δεν το πονούν. Τη χώρα τους την αγαπούν με πάθος. Για μια χούφτα από το χώμα της είναι άξιοι να πεθάνουν με την πιο μεγάλη ευκολία. Αλλο πατρίδα, όμως και άλλο πολιτεία.
Με την πατρίδα είμαστε στενότατα δεμένοι. Την έχουμε βάλει μες στο αίμα μας, γιατί με το αίμα μας την έχουμε κρατήσει. Την πολιτεία, όμως, δηλαδή αυτόν τον ορισμένο τρόπο με τον οποίο έχει οργανωθεί και διοικείται ο τόπος, αυτή την απρόσωπη δύναμη που λειτουργεί στο όνομα όλων για να εξασφαλίσει με τα όργανα και τους θεσμούς της τη ζωή και την ελευθερία μας, δεν μπορούμε να τη νιώσουμε σαν κάτι εντελώς δικό μας. Είναι ξένο σώμα για το αίσθημά μας…».
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος το έγραφε αυτό το 1948. Τον είχαν, λέει, για σπουδαίο παιδαγωγό. Το ποιος ακριβώς ήταν και τι έκανε για να γίνω εγώ άνθρωπος σωστός και μαθητής με το μυαλό στο κεφάλι του, το κατάλαβα πολύ αργότερα.
Αρχικά, καταλάβαινα το τι έλεγε. Πολύ αργότερα ψυχανεμίστηκα την αξία του και πήρε κι άλλο τόσο, για να ξαναγυρίσω πίσω και να τον μελετήσω ακόμη καλύτερα. Ετσι είναι με τους σπουδαίους ανθρώπους. Σε κερδίζουν με τα έργα τους, χωρίς να τους καλογνωρίζεις, αυτούς ή την αξία τους.
Αλλοι πάλι κάνουν εντελώς το αντίθετο. Με την ίδια βελούδινη σιγουριά, σε αναγκάζουν να αποδεχτείς τα όσα λένε, μόνο και μόνο γιατί η αξία τους είναι αποδεδειγμένη. Γι’ αυτό το «αποδεδειγμένη» τώρα, χωράει πολύ συζήτηση. Κυρίως, γιατί λέγοντας σήμερα «αξία», εννοούμε την αριθμητική. Το πόσο κοστίζεις. Πόσο μετράς. Οχι ως ομορφιά, μυαλό, ήθος, ευγένεια, υψηλές ανθρωπιστικές αρχές.
Αλλά ως παράς. Κι εξαιτίας του παρά, φτιάχνεις και τον φουκαρά. Οσο περισσότερους έχεις στο σακούλι σου, τόσο πιο πολύ αξίζεις. Είναι ευκολότερο, βλέπεις, να δημιουργήσεις ανθρώπους φουκαριάρηδες παρά ελεύθερους, δυνατούς, με δική τους κρίση. Για το πρώτο, το μόνο που χρειάζεται είναι πλήρης έλλειψη αυτογνωσίας, περισσή αυταρέσκεια και ένας οργανισμό με δύο ή τρία γράμματα, τον οποίο θα εκπροσωπείς: ΔΝΤ, Ε.Ε., ΗΠΑ, ΕΜΣ κ.λπ.. Για το δεύτερο, χρειάζονται κάποιες δεκάδες Παπανούτσοι (άντε βρες τους!).
Βαρέθηκα να προσπαθούν να με διαφεντέψουν δίγραμμες ή τρίγραμμες οντότητες (και έχω κάθε δικαίωμα σε αυτό το «βαρέθηκα»). Θέλω ονοματεπώνυμα (και έχω κάθε δικαίωμα σε αυτό το «θέλω»). Να τα λέω και να μην μπουρδουκλώνω τη γλώσσα μου. Να καταλαβαίνω τι θέλουν να πουν, χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζω τι κουμάσια είναι (και έχω κάθε δικαίωμα σε αυτό το «καταλαβαίνω»).
Και όχι να αποδέχομαι αμασητί ό,τι πουν, κρυφά ή φανερά λίγο με κόφτει, μόνο και μόνο επειδή «έτσι είθισται». Επειδή «έτσι πρέπει». Επειδή «δεν γίνεται αλλιώς». Ούτε το κράτος θέλω να το νιώθω ξένο σώμα. Κάτι απρόσωπο, βαρύ, σχεδόν τρομαχτικό, γεμάτο από επίσης απρόσωπες οντότητες που ποτέ δεν θα με προσεγγίσουν, γιατί ακριβώς ανήκουν «απέναντι».
Μόνο που δεν έχουν κανένα δικαίωμα γι’ αυτό το «απέναντι». Αλλά κι εγώ, αν θέλω να έχω δικαίωμα, πρέπει να πάω κοντά. Δίπλα… Καιρός να με δει λίγος ήλιος. Και όχι να παραμένω στη βελούδινη σκιά (έστω και) σπουδαίων ανθρώπων.
