Διόλου τυχαία η πρεμιέρα της οικολογικής δυστοπίας «Interstellar» στους κινηματογράφους συνέπεσε με τη συγκλονιστική διαδήλωση των 400.000 ατόμων στη Νέα Υόρκη στις 21 Σεπτεμβρίου για την κλιματική αλλαγή, αλλά και με την έκδοση του νέου βιβλίου της Ναόμι Κλάιν «Αυτό αλλάζει τα πάντα: Καπιταλισμός εναντίον Κλίματος».
Την ίδια περίοδο η Διακυβερνητική Ομάδα των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή δημοσίευσε την πέμπτη έκθεσή της, στην οποία, με δραματικό τρόπο, αναφέρει: «Η ατμόσφαιρα και οι ωκεανοί υπερθερμαίνονται, οι ποσότητες χιονιού και πάγου μειώνονται και το επίπεδο των θαλασσών ανεβαίνει. Είναι πολύ πιθανό ότι κύματα καύσωνα θα μας πλήττουν συχνότερα και θα διαρκούν περισσότερο και ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα γίνουν εντονότερα και πιο συχνά σε περισσότερες περιοχές».
Η χρονική σύμπτωση αυτών των γεγονότων σηματοδοτεί κατά πάσα πιθανότητα μια ουσιώδη αλλαγή στις διαθέσεις των πολιτών σχετικά με τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε, αλλά και με τον επείγοντα χαρακτήρα που αυτοί προσλαμβάνουν.
Οι αδελφοί Κρίστοφερ και Τζόναθαν Νόλαν έφτιαξαν μια εφιαλτική ταινία, στην οποία η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με τους χειρότερους φόβους της. Η Γη βρίσκεται σε διαδικασία οικολογικής καταστροφής, η οποία αναγκάζει τους ανθρώπους να επιστρέψουν σε μια κατά βάση αγροτική κοινωνία, η οποία όμως και αυτή κινδυνεύει με αφανισμό.
Στη σύγκρουση του Προμηθέα με τον Επιμηθέα έχει νικήσει ο δεύτερος και ως εκ τούτου η λύση αναζητείται εκτός του πλανήτη, σε κάποιο άλλο αστέρι, που, ίσως, θα μπορέσει να φιλοξενήσει το ανθρώπινο είδος. Ολόκληρο; Εδώ αναλαμβάνει υπηρεσία η τεχνοκρατική αλαζονεία, η οποία, με το πρόσωπο του καθηγητή Μπραντ, αποφασίζει ότι οι κάτοικοι της Γης δεν έχουν μέλλον και στην αποικία θα σταλούν κατεψυγμένα ωάρια, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα νέο είδος. Κόντρα σ’ αυτή την επιλογή ορθώνεται ένας πρώην πιλότος της NASA, ο Κούπερ (Μάθιου ΜακΚόναχι), ο οποίος –και λόγω των οικογενειακών του δεσμών με τους γήινους– διαθέτει τον αναγκαίο συναισθηματισμό και ανθρωπισμό που τον φέρνει σε ρόλο Μεσσία για το ανθρώπινο είδος.
Το φιλοσοφικό δίλημμα ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα λύνεται υπέρ του δεύτερου, με την ταινία να υπογραμμίζει ότι ο ψυχρός επιστημονικός ορθολογισμός καταντά παραλογισμός και απανθρωπιά, αφού μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, ενώ, όπως γράφει στον «New Yorker» ο Ντέιβιντ Ντένμπι, «οι Νόλανς μάς ταξιδεύουν στα απώτατα μυστήρια του χωροχρόνου, όπου, όπως μας διαβεβαιώνουν, η αγάπη συμπληρώνει τη βαρύτητα σαν μια δύναμη που λειτουργεί ακόμα και σε διαστρικές αποστάσεις».
Στο μέσο μιας γενικευμένης απαισιοδοξίας, την οποία γεννά η κρίση, η Ναόμι Κλάιν τονίζει ότι «η νίκη στη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή μπορεί να καταφέρει και μια νίκη κατά κράτος ενάντια στον καπιταλισμό». Το ίδιο, ο Κούπερ αποδεικνύει ότι όταν όλα φαίνονται μαύρα, μόνο η ανθρώπινη πρωτοβουλία και το ρίσκο μπορούν να μας βγάλουν από το αδιέξοδο. Αλλωστε, όπως λέει ο Καβάφης: «Για τα αλλού -μη ελπίζεις/ δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό./ Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κώχη τούτη τη μικρή/ σ’ όλην την γη την χάλασες.
Και ο νοών νοείτω.
