Eίναι προφανής η ανάγκη να βρεθεί χρηματοδότηση για να στηριχθεί το χρεοκοπημένο και χρονίως ελλειμματικό ασφαλιστικό σύστημα καθώς και ο κυβερνητικός στόχος να παραμείνουν στα ίδια επίπεδα οι καταβαλλόμενες σήμερα 2,7 εκατομμύρια συντάξεις (που σήμερα «κοστίζουν» στο κράτος περίπου 30 δισ. ευρώ τον χρόνο).
Η μία σχολή… πολιτικής σκέψης λέει να κόψουν τον λαιμό τους να τα βρουν τα λεφτά, να φέρουν πίσω τα κλεμμένα, να διαγραφεί το επονείδιστο δημόσιο χρέος κ.λπ. Η άλλη, η ρεαλιστική άποψη, υποστηρίζει ότι πρέπει να βρεθούν γρήγορα λεφτά από νέες πηγές, μέχρι να επιστρέψουν τα κλεμμένα και να κουρευτεί το τερατώδες δημόσιο χρέος που όσο υπάρχει καθηλώνει τη χώρα σε διαρκή ύφεση και οδηγεί σε διαρκείς μειώσεις μισθούς και συντάξεις,
Ζητούνται δίκαιοι φόροι
Για την πρώτη άποψη «κόψτε τον λαιμό σας» δεν έχω να σχολιάσω τίποτα. Η αναζήτηση «δίκαιων» νέων φόρων που θα κατευθύνονται αποκλειστικά στο ασφαλιστικό σύστημα για την επιβίωσή του είναι, κατά τη γνώμη μου, επιτακτική.
Μόνο που για να δουλέψει το σύστημα πρέπει να υπολογιστεί ο όποιος νέος φόρος με τρόπο που να μη δημιουργεί υφεσιακά φαινόμενα κι άλλες παρενέργειες στην οικονομική δραστηριότητα, ενώ ταυτόχρονα οι αναμενόμενες (και ικανές να στηρίξουν τις συντάξεις και την υγεία) εισπράξεις αυτού του φόρου δεν επιτρέπεται να διαψευστούν.
Φανταστείτε να επιβληθεί ένας φόρος από τον οποίο θα περιμένουν η κυβέρνηση και όλοι οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι πολίτες λ.χ. 1 δισ. ευρώ τον χρόνο και εκ των υστέρων να μαζευτούν μόνο 300 εκατομμύρια, ενώ παράλληλα θα έχει διαταραχθεί η οικονομία, πολλοί θα έχουν βρει όπως πάντα τρόπους να φοροδιαφύγουν, η παραγωγική δραστηριότητα θα έχει επηρεαστεί αρνητικά, ενώ το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος (τα «κόκκινα» δάνεια π.χ.) θα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο κ.ο.κ.
Το τελευταίο, πολύ κακό από κάθε άποψη ενδεχόμενο είναι δυστυχώς πολύ κοντά μας.
Η κυβέρνηση ρίχνει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης την ιδέα ενός γενικού νέου φόρου 1 τοις χιλίοις (που δεν θα είναι «υπέρ τρίτων», αλλά υπέρ όλων μας και άρα επιτρέπεται από τα Μνημόνια) σε όλες τις τραπεζικές συναλλαγές, οι οποίες θα γίνονται υποχρεωτικά με ηλεκτρονικό τρόπο (e-banking, ATM, χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες, POS, payPal κ.λπ.).
Με αυτόν τον φόρο -εάν όλα πάνε καλά και δεν βρεθούν κενά και κόλπα για να τον αποφύγουν οι συναλλασσόμενοι και ολόκληροι κλάδοι της αγοράς όπως γίνεται συνήθως- λένε οι ειδικοί ότι μπορεί να γλιτώσουν από ένα νέο «κούρεμα» οι σημερινές καταβαλλόμενες συντάξεις και μετά βλέπουμε…
Οι πρώτοι που θα συνταχθούν με αυτή την πρόταση θα είναι φυσικά οι σημερινοί 2,7 εκατομμύρια συνταξιούχοι και όσα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους παίρνουν το μερτικό τους από αυτές τις (υπάρχουσες σήμερα) συντάξεις.
Πρακτικά, δηλαδή, περίπου όλη η ελληνική κοινωνία, καθώς όπως έχουμε αναλύσει και μετρήσει στην «Εφ.Συν.», μία στις δύο οικογένειες ζει από τις συντάξεις των παππούδων (από «έναν εργαζόμενο ανά οικογένεια» στον συνταξιούχο που ζει την οικογένεια).
Τι θα γίνει όμως με τις επόμενες γενιές των ασφαλισμένων (όλων των ειδών: εργατοϋπάλληλοι, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, αυτοαπασχολούμενοι, επιχειρηματίες, επιστήμονες) που θα βγουν κάποτε κι αυτοί στη σύνταξη;
Προφανώς λίγοι ενδιαφέρονται για το μεσομακροπρόθεσμο μέλλον των επόμενων συντάξεων, διότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο όλοι φαίνεται να επενδύουν στην… επιτυχία της πολιτικής της «εσωτερικής υποτίμησης» που εφαρμόζει η τρόικα στη χώρα μας από το 2010.
Προσέξτε: οι χαμηλοί μισθοί εδώ και πέντε χρόνια που θα παραμείνουν χαμηλοί και για την επόμενη χρονική περίοδο μέχρι να έρθει η «ανάπτυξη», θα παράγουν (ούτως ή άλλως, με ή χωρίς νέες ασφαλιστικές «μεταρρυθμίσεις») μικρές συντάξεις οι οποίες θα απονέμονται ύστερα από περισσότερα χρόνια ασφαλισμένης εργασίας.
Λογικά αυτές οι μελλοντικές συντάξεις δεν θα επιβαρύνουν όσο οι σημερινές τον κρατικό προϋπολογισμό. Θα είναι χαμηλότερες – κατ’ αναλογία της βίαιης μείωσης των μισθών.
Από την άλλη μεριά, οι χαμηλοί μισθοί, οι ελαστικές μορφές υποαπασχόλησης, η μεγάλη ανεργία και η κλοπή των ασφαλιστικών εισφορών θα συνεισφέρουν δυστυχώς όλο και λιγότερα ποσά στο ασφαλιστικό και υγειονομικό δημόσιο σύστημα, που πάλι δεν θα φτάνουν να καλύψουν το συνολικό ποσό που απαιτείται για να παραμείνουν στο ίδιο «υψηλό» επίπεδο οι καταβαλλόμενες συντάξεις και συνεπώς πάλι θα υπάρχουν ελλείμματα και χρέη του κρατικού προϋπολογισμού κ.ο.κ.
Ενας φαύλος κύκλος
Ολοι λένε πως αυτόν τον φαύλο κύκλο δεν θα τον αλλάξει η αύξηση των εργοδοτικών εισφορών στο ασφαλιστικό σύστημα. Λένε ότι θα τον σπάσουν μόνο η ανάπτυξη και η εξ αυτής δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, καθώς πλέον η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει προ πολλού περιοριστεί και η αγορά δεν αντέχει κι άλλες ασφαλιστικές εισφορές.
Αλλά όλοι ξέρουμε ότι για την πολυπόθητη ανάπτυξη χρειάζονται ζωντανά επενδυτικά κεφάλαια που δεν υπάρχουν στον ορίζοντα (πλην του ΕΣΠΑ), οι δε τράπεζες μετρούν όλο και πιο πολλά «κόκκινα» δάνεια και λειτουργούν με κρατικές ενέσεις, χωρίς να μπορούν να χορηγούν αναπτυξιακά δάνεια για δουλειές.
Επομένως όπως είπαμε, με το παράδειγμα του συζητούμενου φόρου (ένα τοις χιλίοις επί των τραπεζικών συναλλαγών), φαίνεται να κερδίζει έδαφος η δοκιμασμένη πολιτική της «δημιουργικής ασάφειας» και της καθυστέρησης.
Να κερδίζουμε χρόνο κρατώντας τις σημερινές συντάξεις στο ύψος τους, ως όντως ζωτικό στοιχείο επιβίωσης της κοινωνίας, ενώ θα περιμένουμε και τα «ευεργετικά» αποτελέσματα της «εσωτερικής υποτίμησης» στην εφεξής σταδιακή αποκλιμάκωση του ύψους των νέων συντάξεων, δηλαδή των συντάξεων των επομένων γενιών που θα αποσύρονται από την εργασία, ώσπου να έρθει η ανάπτυξη.
Είναι πράγματι αυτή η «αναλογιστική μελέτη» και η πολιτική πρόταση «κερδίζουμε χρόνο» που έχει αποδεχτεί η κυβέρνηση και διαπραγματεύεται αυτές τις μέρες με τους θεσμούς για τη σωτηρία του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης;
Δεν είναι ώρα για τη ριζική τομή που θα καταργεί την εσκεμμένα πολύπλοκη και άδικη σημερινή δομή του ασφαλιστικού με τη δημιουργία ενός ενιαίου, βιώσιμου Δημόσιου Συστήματος Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης με ίδιες προϋποθέσεις, ίδιες εισφορές και παροχές σε όλους απ’ όλους;
