Η συνάντηση του Πούτιν με τον ΥΠΕΞ του Ιράν στην Αγία Πετρούπολη δείχνει ότι το Κρεμλίνο δραστηριοποιείται για να μην υπάρξει διολίσθηση σε νέα σύγκρουση Ουάσινγκτον – Τεχεράνης.
Τόσο ο Τραμπ όσο και η ηγεσία του Ιράν έχουν σπεύσει να αυτοανακηρυχθούν νικητές, με τη Μόσχα να είναι έτοιμη να διαδραματίσει ουσιαστικό μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στις αντίπαλες πλευρές.
Η Ρωσία έχει επενδύσει στην προσέγγισή με τις ΗΠΑ και το ίδιο ισχύει αντίστοιχα για τον Τραμπ. Στη συνάντηση κορυφής Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα στα μέσα του περασμένου Αύγουστου συμφώνησαν σε εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με προσεκτικά βήματα.
Ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία έχει βραχυκυκλώσει την απόφαση του Τραμπ να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις με τη Μόσχα.
Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία δεν δέχονται ότι η σύγκρουση στην Ουκρανία μπορεί να διευθετηθεί από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία χωρίς τη συμμετοχή της Ευρώπης. Από τον Αύγουστο του 2025 μέχρι σήμερα είναι εμφανής η προσπάθεια της Μόσχας να μην επιδεινώσει έτι περαιτέρω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Τραμπ στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Σήμερα με δεδομένες τις προτεραιότητες της Ρωσίας ο Πούτιν έχει κάθε λόγο να διευκολύνει και τον Τραμπ και την ηγεσία του Ιράν.
Με δυο λόγια το Κρεμλίνο έχει συμφέρον να βοηθήσει τον Τραμπ να αποφύγει να χρεωθεί ως αποτυχία και πολύ περισσότερο ως φιάσκο την επίθεση κατά του Ιράν.
Από την άλλη μεριά η Τουρκία, που διεκδικεί επίσης ρόλο μεσολαβητή στη σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν, γνωρίζει πολύ καλά ότι η ακραία αντιπαλότητά της με το Ισραήλ ακυρώνει κάθε πιθανότητα διαμεσολάβησης. Σε παρόμοια θέση βρίσκεται και το Πακιστάν, που έχει ανοιχτά μέτωπα με την Ινδία και το Αφγανιστάν, μια κατάσταση πραγμάτων που οριοθετεί τις όποιες μεσολαβητικές φιλοδοξίες του.
Η Ρωσία προβάλλει ως ο μοναδικός μεσολαβητής που μπορεί να σώσει τα προσχήματα αλλά και την ουσία στην αναζήτηση ενός συμβιβασμού ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσινγκτον.
ΗΠΑ και Ρωσία έχουν κοινά ζωτικά συμφέροντα στην Κεντρική και στη Νοτιοδυτική Ασία: από την αποτροπή περαιτέρω διασποράς των πυρηνικών όπλων μέχρι την ανάσχεση της επιρροής του ισλαμικού φονταμενταλισμού.
Το 1979 η ΕΣΣΔ εισέβαλε στο Αφγανιστάν για να αντιμετωπίσει τους τζιχαντιστές που υιοθετήθηκαν από τις ΗΠΑ. Δέκα χρόνια αργότερα τα σοβιετικά στρατεύματα εγκατέλειπαν τη χώρα.
Το 2001, μετά το τρομοκρατικό πλήγμα στους Δίδυμους Πύργους, οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Αφγανιστάν από όπου έφυγαν το 2021 με σκηνές στο αεροδρόμιο της Καμπούλ που θύμιζαν την πτώση της Σαϊγκόν.
Η Μόσχα δεν προβάλλει μόνο ως ο ιδανικός μεσολαβητής μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αλλά και ως πολύτιμος σύμμαχος των ΗΠΑ στη σύγκρουση με τον σουνιτικό ισλαμικό φονταμενταλισμό.
