Η είδηση του θανάτου του στην Αθήνα, σαν σήμερα 14 Μαρτίου του 1958, ήταν βασική είδηση στη Γαλλία. Η κηδεία του, δύο ημέρες μετά, στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας συγκέντρωσε πλήθος Ελλήνων και Γάλλων, απλών πολιτών αλλά και αξιωματούχων της πολιτικής και του αθλητισμού από τις δύο χώρες. Πώς μπορούσε να μην τύχει παρόμοιας, υψηλών τόνων, αναφοράς ο θάνατος του πρώτου Γάλλου ολυμπιονίκη; Αυτός ήταν ο, γιος Γάλλου πατέρα και Ελληνίδας μητέρας, Αλέξανδρος Τουφερής. Γεννημένος στις 8 Ιουνίου του 1876, επίσης στην Αθήνα, έφυγε 82 χρόνων, ουσιαστικά πλήρης ημερών και αναγνώρισης για την προσφορά του. Εκτός του αθλητισμού και στην ειρήνη. Πολέμησε, ενταγμένος στον ελληνικό στρατό, τόσο στον Α’ όσο και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο…
Στη γενέτειρα της μητέρας του είδε το φως της ζωής, επειδή ο πατέρας του ήταν διευθυντής τράπεζας στην Ξάνθη. Η μετάθεσή του σε τράπεζα της Αθήνας το 1890 και η μετοίκηση της οικογένειας στην πρωτεύουσα ήταν το έναυσμα της ενασχόλησης του 14χρονου Αλέξανδρου με τον αθλητισμό. Αρχικά (1892) ήταν αθλητής άλματος μήκους, τριπλούν και δρόμων ταχύτητας, αλλά και μετ’ εμποδίων. Στον Πανελλήνιο έκανε γρήγορα -ως πολυτάλαντος- αισθητή την παρουσία του. Η αναγγελία αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στο Παναθηναϊκό Στάδιο τον πυροδότησε, αλλά η οργανωτική αρχή δεν του επέτρεψε λόγω γαλλικής ρίζας να αγωνιστεί ως Ελληνας. Χτύπησε την άλλη πόρτα της ζωή τους, τη γαλλική, και αγωνίστηκε ως «τρικολόρ» στην ιστορική διοργάνωση!

Ως Alexandre Tufferi, λοιπόν, έχει μείνει στην ιστορία της διοργάνωσης ως ένας από τους αθλητές γεννήτορες έκστασης! Χωρίς σχετικό εξοπλισμό και τεχνική διδασκαλία, με όπλα του μόνο τα φυσικά χαρίσματα, στο τριπλούν προσγειώθηκε στα 12,70 μ. Ηττήθηκε μόνο από τον Αμερικανό Τζέιμς Κόνολι (13,71 μ.) και κάπως έτσι έκανε δικό του το αργυρό μετάλλιο, το πρώτο στην ιστορία του γαλλικού αθλητισμού. Παραμονές έναρξης των σύγχρονων διοργανώσεων, ο Tufferi αναφέρεται με ευνόητη έμφαση από τους Γάλλους. Στην επόμενη διοργάνωση, στο Παρίσι (1900) και πάλι ως Γάλλος ήταν έκτος στο τριπλούν με 11,97 μ. Το 1906, όμως, στους Μεσολυμπιακούς Αγώνες (22/4-2/5 στην Αθήνα) αγωνίστηκε επιτέλους ως Ελληνας: κατετάγη έβδομος στο μήκος άνευ φοράς με επίδοση 2,85 μ., έτρεξε και στα 100 μ. εμπόδια, χωρίς όμως να προκριθεί στον τελικό του αγωνίσματος. Εμενε στην Αθήνα, οπότε της παρουσίας του στη διοργάνωση του 1906 είχαν μεσολαβήσει επιτυχίες σε πανελλήνια πρωταθλήματα στίβου: 1901, χρυσό στο μήκος με 5,98 μ., 1902, χρυσά μετάλλια σε τριπλούν με 13,16 μ., αλλά και στα 110 μ. εμπόδια σε 17’’06 και 1906, αργυρό μετάλλιο στα 110 μ. εμπόδια σε 19’’02.
Μπορεί να μην εκπροσώπησε την Ελλάδα σε άλλες αθλητικές διοργανώσεις, πάλεψε όμως για την πατρίδα της μητέρας του σε δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Στον Α’ ως αξιωματικός και στον Β’ ενταγμένος σε αντιστασιακό δίκτυο της Αθήνας. Μετά την παρουσία του ως αθλητή, ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Εγινε αρχικά υπάλληλος και κατόπιν διευθυντής στην Τράπεζα Αθηνών, ενώ με την ίδια ιδιότητα μετατέθηκε στη Θήβα και στην Ξάνθη. Στην πόλη της Θράκης, η παρουσία του μνημονεύεται με έμφαση επειδή από το 1924 ως πρόεδρος του συλλόγου «Ορφέας» συνέβαλε στην αναζωογόνηση της πολιτιστικής ζωής της.
Επανήλθε στην Αθήνα πριν από την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και πριν αναλάβει αντιστασιακή δράση δεν ξέχασε τη δεύτερη πατρίδα του. Το 1940 έγινε πρόεδρος της Επιτροπής Ελεύθερων Γάλλων Πολιτών της Αθήνας. Ηταν μια πολυτάλαντη, πολυσχιδής προσωπικότητα…
