Η έρευνα του Δημήτρη Ραπίδη που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2025 από τις Εκδόσεις ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΕΣ, με τον τίτλο «Η μπάλα σε λάθος πόδια: μια περιήγηση στα σκοτεινά δωμάτια του sportswashing», συμπυκνώνει τη χρήση του ποδοσφαίρου από όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αρχής γενομένης από την Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι, στη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ, την Ισπανία του Φρανθίσκο Φράνκο, για να διασχίσει κατόπιν τον Ατλαντικό και να πάει στην Αργεντινή του Χουάν Περόν και του Χόρχε Βιντέλα και στη συνέχεια στη Βραζιλία του Ζετούλιο Βάργκας. Κατόπιν επιστρέφει στην Ευρώπη για να εξετάσει τον Αντόνιο Σαλαζάρ στην Πορτογαλία και κατόπιν στην Κίνα του Σι Τζινπίνγκ και κλείνει με το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία.
Δεν ξέρω πόσα χρόνια τού πήρε αυτή η έρευνα, αλλά πρέπει να ήταν χρονοβόρα και επίπονη. Αλλωστε και η δική μας χούντα που κράτησε μια επταετία είχε για έμβλημά της το «κάθε πόλη και στάδιο-κάθε χωριό και γυμναστήριο!». Ο Μπενίτο Μουσολίνι διέτρεξε τη διαδρομή από σοσιαλιστή σε φασίστα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Οπως τονίζει ο Ραπίδης: «Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μαχητικός σοσιαλιστής και ένας από του ηγέτες της επαναστατικής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το 1913 εξέδωσε την εφημερίδα Avanti και όταν η Γερμανία και η Αυστρία βρέθηκαν στα πρόθυρα του πολέμου, εξαιτίας της προσάρτησης της δεύτερης από την πρώτη, έγραψε ένα πύρινο άρθρο που πρότεινε στην ιταλική κυβέρνηση να διατηρήσει την ουδετερότητα της χώρας. […] αν και το πρόγραμμα της οργάνωσης ήταν αρχικά εμπνευσμένο από επαναστατικές και σοσιαλιστικές ιδέες, η φιλοπολεμική του στάση κατέστησε αδύνατη κάθε συμμαχία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το ρήγμα μεταξύ των δύο πλευρών βάθυνε στις 15 Απριλίου του 1919, όταν στελέχη του στρατού επιτέθηκαν στα γραφεία της Avanti και σκότωσαν τρεις εργαζόμενους, ενέργεια που πυροδότησε την ακραία φασιστική βία κατά των σοσιαλιστών τα επόμενα χρόνια».
Οπως μας αφηγείται ο συγγραφέας, στα τέλη Οκτωβρίου 1922 ο «Ντούτσε», όπως πλέον ονομαζόταν, οργάνωσε μια πορεία στη Ρώμη μαζί με 2.000 μελανοχίτωνες, παραμέρισε τον μόλις δύο μηνών πρωθυπουργό Λουίτζι Φάκτα και έπεισε τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ’ ότι εκείνος ήταν ο μόνος που μπορούσε να εγγυηθεί την ομαλότητα στη χώρα. Στις 29 Οκτωβρίου 1922 επέβαλε έναν νέο εκλογικό νόμο, τον Legge Acerbo, για να διευκολύνει την πλήρη ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο. Την άνοιξη του 1924 διέλυσε το Κοινοβούλιο για να προκηρύξει νέες εκλογές, τις οποίες κέρδισε με ποσοστό άνω του 65%.
«Για τον Μουσολίνι το ποδόσφαιρο», μας λέει ο Ραπίδης, «η δύναμη και η ένταση των παικτών στο χορτάρι, είχε στοιχεία από την οργάνωση και συγκρότηση ενός στρατού και ταίριαζε με το πνεύμα του φασισμού».
Τα βήματα του Μουσολίνι ακολούθησε αργότερα και ο Αδόλφος Χίτλερ. Στο Mein Kampf (Ο αγών μου) όρισε τον αθλητισμό ως κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής του Τρίτου Ράιχ και ως απαραίτητη προϋπόθεση της σωματικής και πνευματικής υγείας της Αρίας Φυλής. «Το ποδόσφαιρο έγινε μέσο προσδιορισμού και ταυτότητας του γερμανικού έθνους, πεδίο φυλετικής κυριαρχίας και συγκολλητική ουσία για τον εθνικό κορμό. […] η λέξη που επιλέχτηκε για να εκφράσει αυτή την ιδεολογία ήταν Gleichshaltung, λέξη που συναντάται για πρώτη φορά στα εγχειρίδια των πολιτικών μηχανικών το 1910 και σημαίνει ευθυγράμμιση/συγχρονισμός και περιγράφει τη διάταξη των διασταυρώσεων στις σιδηροδρομικές γραμμές».
Οποιος θέλει πραγματικά να μάθει πώς κάθε φασιστικό και δικτατορικό καθεστώς εκμεταλλεύτηκε το ποδόσφαιρο για να φανατίσει τους οπαδούς-πολίτες, δεν έχει παρά να διαβάσει την εξαιρετική αυτή δουλειά του Δημήτρη Ραπίδη.
