Η σκηνή είναι από το έργο «Μπανάνες», με σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή τον Γούντι Αλεν ο οποίος υποδύεται τον εκπαιδευόμενο πράκτορα της CIA που ετοιμάζεται να πέσει με αλεξίπτωτο κάπου στη Λατινική Αμερική.
«Με ποιον είμαστε, με την κυβέρνηση ή με τους αντάρτες;» ρωτά τον εκπαιδευτή του.
«Και με τους δύο», είναι η απάντηση, «γιατί δεν θέλουμε να το ρισκάρουμε».
«Με ποιον είμαστε, με τους τζιχαντιστές του Γκολάνι ή με τους Κούρδους της πολιτοφυλακής ΥΡG;» θα μπορούσε να ερωτηθεί κάποιος από τη διοίκηση των Ειδικών Δυνάμεων των ΗΠΑ που σταθμεύουν στη Βορειοανατολική Συρία.
«Μακάρι να ήξερα» είναι η πιο πιθανή απάντηση, μια τοποθέτηση που είναι βέβαιο ότι δεν θα προσυπέγραφε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αγκυρα, Μπάρακ, που χρεώνεται ή πιστώνεται την κυβίστηση της κυβέρνησης Τραμπ στο Κουρδικό.
Δεν πρόκειται για την προαιώνια διαμάχη των οπαδών της ρεαλπολιτίκ με τους οπαδούς μιας διπλωματίας αρχών, αλλά για το πλήγμα στην αξιοπιστία μιας υπερδύναμης που εμφανίζεται ξαφνικά να εγκαταλείπει τους συμμάχους της.
Η ρεαλπολιτίκ δεν είναι ασύμβατη με την πολιτική αρχών, καθώς η φερεγγυότητα αποτελεί στρατηγικής σημασίας επένδυση που συνήθως αποδίδει.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η εγκατάλειψη των Κούρδων της Συρίας δεν είναι παρά η αρχή μιας γενικότερης ανατροπής της πολιτικής των ΗΠΑ στο Κουρδικό στην Τουρκία, στο Ιράκ και στο Ιράν.
Μόλις θέσει υπό τον έλεγχό του τη Βορειοανατολική Συρία, ο Ερντογάν εντός συνόρων θα πιέσει τον Οτσαλάν για προώθηση πολιτικής λύσης και ταυτόχρονα θα επιδιώξει την ανασύσταση της αντικουρδικής συμμαχίας που ένωνε μέχρι την πτώση του Σάχη το 1979 το Ιράκ, το Ιράν και την Τουρκία.
Είναι φανερό ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας και στην ανησυχία που εκπέμπουν αυτές οι φιλοδοξίες στους συμμάχους των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Είναι επίσης φανερό ότι παρά την κατά καιρούς τακτική αξιοποίηση των Κούρδων από τις ΗΠΑ, η Ουάσινγκτον δεν θέλει να εγκλωβιστεί σε μια συνολική στρατηγική στήριξης της χειραφέτησής τους.
