Η υποδοχή
Στο τέλος του καλοκαιριού, τον Αύγουστο του 1986, τηλεφώνησα στη γραμματέα της Βλάχου, την κυρία Λίτσα, εξηγώντας ότι θα ήθελα μία συνέντευξη από εκείνην όχι για κάποιο έντυπο, αλλά προκειμένου να τη συμπεριλάβω σε ένα βιβλίο. Είχα συναντήσει ήδη από τότε γυναικείες προσωπικότητες που σημάδεψαν την εποχή μας.
Για πρώτη φορά δημοσιεύεται στην «Εφ.Συν.» η συνομιλία μου μαζί της. Το ηχητικό ντοκουμέντο θα το παραδώσω στο αρχείο της «Καθημερινής», γιατί αυτό επιβάλλουν η δεοντολογία και οι αρχές της δημοσιογραφίας.
Η κυρία Λίτσα, η πιστή, γλυκύτατη και αφοσιωμένη γραμματέας της Ελ. Βλάχου, μου έκλεισε ραντεβού σε μία εβδομάδα, 2 Σεπτεμβρίου στις 17.00, στα γραφεία της εφημερίδας, στην οδό Σωκράτους, στην καρδιά της Ομόνοιας.
Με υποδέχτηκε η Ελένη Βλάχου, στον τέταρτο όροφο, όχι φυσικά κρατώντας ανθοδέσμη, αλλά μια κάτασπρη πανέμορφη γάτα, που είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά της.
Πάνω στο γραφείο της βρισκόταν ένα καλάθι και μέσα δύο νεογέννητα γατάκια βύζαιναν από το μπιμπερό το γάλα τους. Δίπλα στο καλάθι υπήρχαν σαλιάρες από χαρτόνι που τις τοποθετούσε μπροστά τους όταν τα τάιζε για να μη λερώνεται το τρίχωμά τους.
Βρισκόμουν μπροστά σε έναν μύθο, στην ισχυρότερη κυρία της δημοσιογραφίας, με τον κοσμοπολίτικο αέρα και την αριστοκρατική καταγωγή της να μου αποκαλύπτει την υπερβολική ευαισθησία της στα ζώα. «Σας κάλεσα νωρίς το απόγευμα -μου είπε- γιατί μόλις σουρουπώσει εδώ γίνεται παρέλαση από κοκότες. Είναι, βλέπετε, κακόφημη η περιοχή. Μία μάλιστα τις προάλλες τη συνάντησα μπροστά στην είσοδο. -Ενοχλείτε, της είπα. Εδώ εκδίδω την “Καθημερινή”.
-Κι εγώ εκδότρια είμαι, μου απαντά. -Εκδίδω… αυτό!
Κι έκανε τη γνωστή, άσεμνη χειρονομία. Με αποστόμωσε. Μπήκα μέσα γελώντας. Το αρχαιότερο επάγγελμα, βλέπετε!».
Πριν ανοίξω το μαγνητόφωνο μου πήρε εκείνη συνέντευξη. Με ρώτησε για τις σπουδές, τη δημοσιογραφική πορεία μου, τα σχέδιά μου. Μου μιλούσε πάντα στον πληθυντικό. Κρατούσα στα χέρια μου το καινούργιο τότε βιβλίο μου για τη Σιμόν ντε Μποβουάρ.
Με ρώτησε σχετικά με την ιδέα του βιβλίου που ετοίμαζα, «Γυναίκες που διακρίθηκαν», και της εξήγησα ότι δεν πρόκειται για βιογραφίες γυναικών όπου θα ήμουν υποχρεωμένη να εξιστορώ σπουδαία και ασήμαντα γεγονότα της ζωής τους, αλλά μονογραφίες όπου θα περιγράφονται όσα καθόρισαν τη ζωή τους.
«Οπως έχω εγώ στα χέρια μου τα “Στιγμιότυπα”…», σχολίασε. «Ενα βιβλίο γεμάτο με αναμνήσεις μου, φωτογραφικές και ιστορικές. Από τη γέννησή μου, τα παιδικά μου χρόνια που τα πέρασα θυμάμαι σ’ ένα αρχοντικό στην Πατησίων και Δεριγνύ. Περιγράφω τον πατέρα μου, Γεώργιο Βλάχο, έναν χαρισματικό άνθρωπο. Κάθε σελίδα του βιβλίου, όπως το ξεφυλλίζω, είναι μια απεικόνιση της ζωής μου. Ολες οι φωτογραφίες είναι δικές μου γιατί με μια “Λάικα” που μου χάρισε ο πατέρας μου φωτογράφισα τα σημαντικότερα γεγονότα της ιστορίας μας». Μου χάρισε το βιβλίο της με αφιέρωση κι εγώ το δικό μου…

Η συνέντευξη
● Πιστεύετε, κυρία Βλάχου, ότι τελικά οι γυναίκες θα νικήσουμε όπως υποστηρίζει η Σιμόν ντε Μποβουάρ;
Μα συνέχεια τσακωνόμαστε μεταξύ μας. Ούτε στην πολιτική, που είναι λίγες σ’ αυτόν τον στίβο, ψηφίζουμε γυναίκες. Ούτε άλλωστε είναι φιλόδοξες. Ενώ όλοι οι άντρες υπερασπίζουν ο ένας τον άλλο, αλληλοϋποστηρίζονται.
● Οι γυναικείες οργανώσεις που συσπειρώνουν γυναίκες και αγωνίζονται, δεν βοηθάνε;
Δήθεν. Οι γυναίκες είναι πλειοψηφία. Δεν είναι μια αδύναμη μειοψηφία. Αυτό το ’χα πει μάλιστα μιλώντας εις την αγγλική Βουλή. Είχε γίνει μάλιστα και headline στο «Times»: «Helen Vlachos says that women are not an impotent minority but an indolent majority». Είναι μια τεμπέλικη πλειοψηφία και όχι μια ανήμπορη μειοψηφία. Εάν θέλαμε και τα περισσότερα χρήματα έχουμε και δυνατότητες και εξυπνάδα και δραστηριότητα έχουμε, αλλά δεν θέλουμε να συνεργαστούμε μεταξύ μας. Φυσικά προτιμάμε τους άντρες. Και δεν τους προτιμάμε μόνο για οικογένεια, ως πατέρα ή εραστή. Τους προτιμάμε για αφεντικά, τους προτιμάμε για παρέα.
● Δηλαδή από εμάς τις ίδιες εξαρτάται το μέλλον;
Μα βέβαια! Θα γίνει σιγά σιγά αλλά θέλει καμιά εκατοστή, διακόσια χρόνια, ίσως και πεντακόσια…
● Τόσα πολλά;
Ναι. Η Ιστορία δεν βιάζεται. Είμαστε ακόμα στην αρχή της ανθρώπινης εξέλιξης. Πέντε-έξι χιλιάδες χρόνια Ιστορίας τι είναι; Τίποτα.
● Τα πρώτα βήματα της δημοσιογραφικής σας πορείας ήταν εύκολα;
Δεν έχω ποτέ αισθανθεί καμία δυσκολία στη δουλειά μου, στη ζωή μου, στην κοινωνική μου δραστηριότητα επειδή είμαι γυναίκα. Αντιθέτως, μπορώ να πω ότι με βοήθησε. Και στα πρώτα μου χρόνια ως δημοσιογράφος στο εξωτερικό έβρισκα μεγάλη ευχέρεια να κινούμαι σε πολύ δύσκολες στιγμές, ρεπορτάζ, σε μεγάλες αποστολές όπως στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία, για να συναντήσω προέδρους. Εχω συναντήσει και τον Ρούσβελτ, τον Κεμάλ, τον Τρούμαν, τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι, όλους τους έχω γνωρίσει.
Θεωρώ επίσης ότι είναι μεγάλο λάθος να λέει κάποιος ότι είναι πολύ δύσκολο να προχωρήσει σε ένα επάγγελμα εάν είναι παιδί πολύ σπουδαίου ανθρώπου. Εγώ ήμουνα κόρη ενός δημοσιογράφου που ασφαλώς ήταν ο πιο μεγάλος της εποχής του. Ο Γεώργιος Βλάχος είναι ο καλύτερος δημοσιογράφος της νεοτέρας Ελλάδας, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν με δυσκόλεψε, δεν νομίζω ότι το να έχεις έναν γνωστό πατέρα ή μητέρα σε δυσκολεύει, αντιθέτως σου δίνει μια πολύ μεγάλη προώθηση στα αρχικά σου βήματα. Τώρα βέβαια, αν δεν έχεις καμία αξία, αν δεν δουλεύεις, αν δεν εργάζεσαι, αν είσαι τεμπέλης, τότε φυσικά η πρώτη αυτή εκτόξευση, την οποία σου χαρίζει το γνωστό όνομα, πάει χαμένη.
● Για να εξελιχθείς όμως και να στηριχτείς στην αρχή, τι χρειάζεται;
Χρειάζονται πάντα οι δικές σου δυνάμεις. Αλλά για να εκτοξευθείς, να ξεκινήσεις τη ζωή σου είναι πολύ πιο εύκολο να το κάνεις αν έχεις γνωστούς και διάσημους γονείς.
● Θέλω να μου πείτε μερικές σημαντικές στιγμές από τη ζωή σας.
Κοιτάξτε, έχω μια πολύ μακρά ζωή κι έχω πολλές. Ομολογουμένως τα επτά χρόνια της δικτατορίας που πέρασα εκτός Ελλάδος ήτανε πάρα πολύ σημαντικά. Ηταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σχεδόν χωρίς εργασία, χωρίς οικογένεια, ολομόναχη. Σε μια στιγμή μάλιστα μου είχαν αφαιρέσει και την ιθαγένεια, πράγμα το οποίο βέβαια δεν μου έκανε καμία εντύπωση. Δεν είχα δώσει ποτέ το δικαίωμα σε αυτούς τους ανθρώπους να μου δίνουν και να μου αφαιρούν την ιθαγένεια. Δεν μπορούσαν τώρα αυτοί οι σαλτιμπάγκοι να κανονίσουν αν εγώ είμαι Ελληνίδα ή αν δεν είμαι Ελληνίδα, το θεώρησα γελοίο.
Αλλά πάντως βρέθηκα μόνη μου, ελεύθερη πολύ καιρό και μπόρεσα να πάω να γνωρίσω ανθρώπους πολύ σημαντικούς. Να πάω σε πανεπιστήμια, να μελετήσω, να ταξιδέψω. Ητανε δηλαδή ένα δώρο, ένα «sabbatical» που το λένε έξω. Ενα δώρο, σε μια ηλικία πια που δεν ήμουν νέα, που είχα γνώσεις, που ήξερα να ευχαριστηθώ τη ζωή. Κανονικά όπως ήμουν δεμένη με μια εφημερίδα δεν θα είχα ποτέ τη δυνατότητα να κερδίσω αυτές τις εμπειρίες που κέρδισα τότε. Ητανε τα πλουσιότερά μου χρόνια μπορώ να πω. Αυτά τα επτά χρόνια που έζησα εκτός Ελλάδος.

● Ποιες πιστεύετε ότι πρέπει να είναι οι βασικές αξίες ενός ανθρώπου για να πετύχει στη ζωή του;
Καλά, κοιτάξτε να δείτε, νομίζω ότι όλα αυτά τα πράγματα βασίζονται σε πολλά. Βεβαίως βασίζεται σε τύχη. Βασίζεται σε εργατικότητα, εις το να ξέρει κανένας τι θέλει. Είναι μια πολύ μεγάλη, απλοϊκή κουβέντα αλλά πάρα πολλοί άνθρωποι δεν διαλέγουνε τον σκοπό τους. Θέλουνε και το ένα, θέλουνε και το άλλο. Θέλουνε και οικογένεια, θέλουνε και ευτυχισμένο γάμο. Θέλουνε και σπίτι, θέλουνε και παιδιά, θέλουνε και επάγγελμα, τα θέλουνε όλα μαζί. Δεν γίνεται…
● Η Σιμόν Βέιλ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε συνέντευξή της μού είχε πει ότι ο χαρακτήρας παίζει μεγάλο ρόλο στον άνθρωπο…
Βεβαίως. Χαρακτήρας είναι το να πεις στον εαυτό σου ότι κοίταξε να δεις, αυτή τη στιγμή σού ανοίγεται αυτός ο δρόμος. Για να τον πάρεις, για να είσαι ας πούμε βουλευτής, πρέπει να θυσιάσεις κατιτί. Λοιπόν, θα διαλέξεις. Είναι να έχεις μια σωστή αντίληψη. Ισως το πιο σημαντικό είναι η σωστή αντίληψη των αξιών. Δηλαδή τι πράγμα αξίζει να θυσιάσεις ή να μη θυσιάσεις. Πιστεύω ότι το να κυνηγάς το χρήμα, τον πλούτο είναι κι αυτό μια ιδέα. Αλλά τότε κάνε εμπόριο και πες είμαι έμπορας. Εάν όμως θέλεις να είσαι ποιητής, θέλεις να είσαι πολιτικός ή θέλεις να είσαι διπλωμάτης πρέπει να αποφασίσεις ότι αυτές οι δουλειές δεν έχουν στόχο τα χρήματα. Δεν μπορείς να τα ζητάς όλα…
● Πιστεύεις σε άλλη ιδέα, είναι άλλες οι προοπτικές;
Ναι, είναι άλλες οι προοπτικές…
● Η πολιτική γραμμή της εφημερίδας σας παραμένει σταθερή μέσα στα χρόνια ή έχει αλλάξει;
Καθόλου, καθόλου. Η μεν «Καθημερινή» ήτανε πάντοτε λίγο -πώς να πει κανείς…- συντηρητική, ήταν πιο παλιά εφημερίδα. Φιλοξενούσε πολλά άρθρα, πολλές συνεργασίες παλαιών δικών μας φίλων. Η «Μεσημβρινή» -η δικιά μου η παλιά «Μεσημβρινή»- ήτανε ακριβώς στην ίδια γραμμή που είναι η «Καθημερινή» τώρα. Και δεν άλλαξε σε τίποτα. Και πολλές φορές μού λένε «ααα… άλλαξες». Μα πώς άλλαξα; Εάν δεν είχα αυτή τη νοοτροπία τότε πώς συνέβη την 21η Απριλίου του 1967 και έκλεισα όλα μου τα μαγαζιά; Εκείνη την ημέρα τα έκλεισα. Δεν περίμενα στη διάρκεια της δικτατορίας για να τα κλείσω. Και όχι μόνον αυτό αλλά είχαμε δώσει σε νομικό σύμβουλο προ 2 ετών εγώ και ο άντρας μου χαρτιά και είχαμε πει, σε περίπτωση συνταγματικής δικτατορίας, να κλείσουνε όλα τα μαγαζιά μας. Πάντοτε η «Καθημερινή» βοήθησε ανθρώπους, καλλιτέχνες, ιδέες και σκοπούς. Ητανε πάντοτε σαν διαφημιστής με τον καλύτερο όρο.
● Αυτή η τόση αφοσίωση στην εφημερίδα και οι τόσες ώρες που προσφέρετε στη δουλειά, δεν ήταν εις βάρος της οικογενειακής ζωής σας;
Οχι. Ο πατέρας ήθελε να διασκεδάζω. Ηθελε από εμένα να χαίρομαι τη ζωή χωρίς να εργάζομαι τόσο πολύ. Αλλά και με άφησε και ήμουνα πάρα πολύ τυχερή στο ζήτημα των γονέων μου διότι μου χάρισαν μια ελευθερία. Και πολλές φορές τώρα λένε «ααα, εμείς στην εποχή μας…». Ποια «εμείς στην εποχή μας»; Εγώ στην εποχή μου ήμουνα 15 χρόνων και ταξίδευα μόνη μου. Παντρεύτηκα 24 χρόνων, χώρισα 26, μετά από δύο χρόνια, ήτανε ένας «ελαφρός» γάμος, όπως θα τον λέγαμε τώρα. Εμεινα 16 χρόνια ανύπαντρη, εργαζομένη και διασκεδάζοντας και ταξιδεύοντας, χωρίς οι δικοί μου γονείς να με πιέσουνε ποτέ σε τίποτα.
Οχι, ήμουν πολύ τυχερή με τους ανθρώπους γύρω μου. Ημουνα πάρα πολύ τυχερή γι’ αυτό δεν έχω κανένα παράπονο από τη ζωή. Το μόνο που θέλω να προφτάσω να πω όταν έρθει η ώρα του «αντίο», να πω «ευχαριστώ πάρα πολύ, ήταν πολύ ωραία». Οπως λέει κάποιος όταν φεύγει από έναν ωραίο χορό ή από μια ωραία δεξίωση. Ετσι ήτανε και η ζωή μου. Είχε τα καλά της, τα δυσάρεστα, τα δύσκολα, αλλά γενικά ήτανε πάρα πολύ ωραία.
● Δεν έχετε παράπονο δηλαδή από τη ζωή. Και οφείλετε όλη αυτή η ευτυχία στην οικογένειά σας.
Στους δικούς μου. Και στο ότι δεν περιμένω από τους ανθρώπους περισσότερο από ό,τι μπορούν να δώσουν. Και συνεπώς δεν με απογοητεύουν οι άνθρωποι.
● Εξαρτάται και τι δίνουμε εμείς στους άλλους.
Το θέμα είναι ότι οι άνθρωποι είναι όλων των ειδών. Εάν εσύ τους τοποθετείς εκεί που θέλεις κι όχι εκεί που βρίσκονται, τότε σε περιμένει απογοήτευση. Αν όμως ζεις όλη τη ζωή σου σε μια εφημερίδα και με πολύ κόσμο, σου δίνει αναγκαστικώς μια σχετική πείρα των ανθρώπων. Δηλαδή βλέπεις τον άνθρωπο που είναι πιο ζωηρός, πιο έξυπνος, πιο δραστήριος από τον άλλο. Δεν περιμένεις από τον ολιγότερο δραστήριο περισσότερα πράγματα. Και αν μπορείς αυτό κάπως φιλοσοφημένα να το έχεις στη ζωή σου, τότε δεν σε απογοητεύουν, δεν σε πικραίνουν οι άνθρωποι. Είναι μεγάλο μυστικό.
● Πάντως έχετε αξιοποιήσει, πιστεύετε, σωστά τον χρόνο σας μέχρι τώρα.
Να σας πω, νομίζω ότι θα μπορούσα να είχα γράψει περισσότερο. Δηλαδή θα μπορούσα να είχα γράψει μια πολύ ωραία ιστορία της «Καθημερινής», ένα χρονικό της εποχής που έζησα και των ανθρώπων που γνώρισα. Στην πολιτική, ασφαλώς θα μπορούσα να είχα κάνει περισσότερα αλλά δεν με τραβάει η πολιτική, δεν έχω φιλοδοξία πολιτική. Αν είχα φιλοδοξία πολιτική θα μπορούσα βεβαίως να είχα δεχθεί πολλά πράγματα που μου έχουνε προσφέρει. Δεν έχω τέτοια φιλοδοξία, αυτά τα οποία έκανα έως τώρα μου φτάνουνε.
● Οι γυναίκες στη δημοσιογραφία προοδεύουν;
Για τον χώρο της δουλειάς μου μπορώ να πω ότι η δημοσιογραφία είναι κάτι που πάει πολύ στη γυναίκα και ότι είναι πολύ επιτυχημένες. Γράφουνε καλά, κάνουν καλό ρεπορτάζ. Οι εφημερίδες οι ελληνικές έχουνε όλο και περισσότερες γυναίκες οι οποίες μπορώ να πω ότι στις συνεντεύξεις είναι όλο και καλύτερες από τους άντρες. Στον δικό μας τον χώρο πιστεύω ότι υπάρχει πολύ μεγάλη άνοδος και δεν νομίζω ότι πρόκειται να σταματήσει.
