Επεσε στο κενό η έκκληση Τσίπρα στην αντιπολίτευση για συνεννόηση σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα. Νομίζω πως ο πρωθυπουργός δεν περίμενε άλλη στάση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Δεν είναι αφελής.
Εκανε την πρόταση ως όφειλε και όπως έχουν κάνει μέχρι τώρα σχεδόν όλοι οι πρωθυπουργοί, ακόμη και εκείνοι που είχαν άνετη πλειοψηφία στη Βουλή και ισχυρότατα ερείσματα στην κοινωνία, προκειμένου να δείξει στο εθνικό ακροατήριο ότι επιθυμεί ευρύτερες συναινέσεις, αλλά γνώριζε πως δεν θα υπάρξει ανταπόκριση.
Μήπως φοβάται κάτι; Προφανώς. Τα θέματα που έρχονται (ασφαλιστικό, εργασιακά) ενδεχομένως να κλονίσουν τη συμπάγεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ενώ αυτά που ήδη είναι εδώ (προσφυγικό) μπορεί να διχάσουν τη χώρα. Θα μπορούσε να συμβεί κάτι διαφορετικό; Οχι.
Ο ΣΥΡΙΖΑ σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν είχε απορρίψει μετά βδελυγμίας παρόμοιες ιδέες με το σκεπτικό ότι το χάσμα που χώριζε τις μνημονιακές από τις αντιμνημονιακές δυνάμεις ήταν αγεφύρωτο. Το επιχείρημα ότι κι αυτός έχει υπογράψει μνημόνιο, άρα έχει οδηγηθεί εκεί που είναι οι άλλοι, μπορεί σ’ έναν λογικό άνθρωπο να ακούγεται πειστικό, ωστόσο τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν κανένα συμφέρον να συνδράμουν.
Τα περί πατριωτικού καθήκοντος που εκτοξεύουν οι ηγεσίες τους κάθε τρεις και λίγο είναι για εσωτερική κατανάλωση. Οταν έρχεται η στιγμή να το υπηρετήσουν, βάζουν όρους, προϋποθέσεις και αστερίσκους που καθιστούν τελείως αδύνατη τη συνεννόηση, ακόμη και για τα στοιχειώδη. Επιπλέον, η συγκυρία δεν προσφέρεται για συγκλίσεις.
► Η Νέα Δημοκρατία αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα. Η ενότητά της απειλείται, οι υποψήφιοι πρόεδροι συναγωνίζονται ποιος θα εκστομίσει την πιο βαριά καταγγελία εναντίον του άλλου και εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος της παράταξης βρίσκεται σε κατάσταση πεσιμιστικού λήθαργου ύστερα από τις απανωτές ήττες και κυρίως μετά το φιάσκο της Κυριακής και το τελευταίο που θα ήθελε θα ήταν να βάλει το κόμμα πλάτη προκειμένου να στηριχτεί η κυβέρνηση.
► Στο ΠΑΣΟΚ κυριαρχούν οι απόψεις που θέλουν να πάρουν τη ρεβάνς από τον ΣΥΡΙΖΑ για όσα υπέστη το κόμμα την εποχή που κυβερνούσε.
Η πρόεδρός του, Φ. Γεννηματά, δεν ήταν σ’ αυτή τη γραμμή τον πρώτο καιρό. Προσπάθησε να κρατήσει αποστάσεις από τη Νέα Δημοκρατία και να οικοδομήσει μια σχέση διαλόγου με την Αριστερά, ωστόσο υποχρεώθηκε να υιοθετήσει αντιΣΥΡΙΖΑ ρητορική για να μην αφήσει ελεύθερο το έδαφος στους Βενιζέλο, Λοβέρδο, που ζουν με την προσδοκία να δουν το τρίτο μνημόνιο να καταβροχθίζει τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως τα δύο προηγούμενα καταβρόχθισαν το ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων».
Μόνο σε μία περίπτωση θα μπορούσαν Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι να προσφέρουν χείρα βοηθείας. Αν πάρουν ανταλλάγματα. Το πιο αποστομωτικό αντάλλαγμα θα είναι η συμμετοχή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στη διακυβέρνηση, που πρακτικά σημαίνει είτε κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης με πολιτικούς είτε κυβέρνηση τεχνοκρατών. Γι’ αυτές τις εκδοχές θα έλεγαν τον καλό λόγο τους και οι δανειστές.
Και ξέρουμε πόσο πολύ μετράει ο λόγος των δανειστών στις ηγεσίες των τριών κομμάτων. Τότε όμως το πρόβλημα θα μεταφερθεί στην αυλή του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛΛ. Πρέπει να βρουν έγκυρες δικαιολογίες για να πείσουν τα στελέχη, τα μέλη και τους ψηφοφόρους τους ότι η μεγαλοπρεπής τούμπα είναι επιβεβλημένη. Κομματάκι δύσκολο…
Ανάγωγα
Η Φώφη Γεννηματά είπε ότι δεν ήθελε να σχολιάσει τα διαδραματιζόμενα στη Νέα Δημοκρατία, ωστόσο την είπε την κουβεντούλα της: «Λάθος τους που δεν μας ρώτησαν, θα μπορούσαμε να τους βοηθήσουμε με την τεχνογνωσία που έχουμε αποκτήσει». Τελικώς συνέβη κι αυτό. Εγιναν οι «γαλάζιοι» η χλεύη των «πράσινων». Και το έλεγαν πολλοί στη Συγγρού: «Προς Θεού, μην έχουμε την τύχη του ΠΑΣΟΚ».
