Στις 6 Σεπτεμβρίου δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, στην πλειονότητά τους νέοι, διαδήλωσαν σε δεκάδες πόλεις της Ελλάδας ύστερα από κάλεσμα μέσω των σόσιαλ μίντια μιας δημόσιας περσόνας, της Μαρίας Καρυστιανού, στην οποία, σε αντίθεση με όλο το υπάρχον πολιτικό προσωπικό απ’ άκρου εις άκρον του πολιτικού φάσματος, φαίνεται ένα σεβαστό ποσοστό να αναγνωρίζει όχι μόνο το «τεκμήριο της αθωότητας» αλλά και ένα δημόσιο πρόσωπο με ηγετικές ικανότητες.
Οποιος/α έχει μάτια να δει πίσω από τα επιφαινόμενα, εύκολα μπορεί να διακρίνει το ξεκάθαρο πολιτικό στοιχείο σε αυτό το «ιβέντ». Αρκετούς μήνες πριν, στις 11 Οκτωβρίου του 2024, πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο ιστορική συναυλία μνήμης για τα θύματα των Τεμπών. Το «καθεστώς» προσπάθησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψει, χωρίς επιτυχία· αντίθετα, η επιτυχία της συναυλίας ήταν τέτοια που σκέπασε κάθε προπαγανδιστικό ψίθυρο ή θόρυβο. Οποιος/α είχε μάτια να δει πίσω από τα επιφαινόμενα, διέκρινε καθαρά την πολιτική διάσταση του γεγονότος, που για τους παλαιότερους θύμιζε προδικτατορικές συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη που ήταν ξεκάθαρα πολιτικά γεγονότα.
Οι κοινωνιολογίζουσες αναλύσεις για το «κίνημα των Τεμπών», δηλαδή η απώθηση του πολιτικού αιτήματος του οποίου είναι φορέας, έχουν εκμετρήσει το ζην. Ηδη το πολιτικό ρεπορτάζ διατρέχει το «βαρύ» ερώτημα: θα κάνει η Καρυστιανού κόμμα;[1] Στο ενδεχόμενο αυτό, πολλοί σπεύδουν να προεξοφλήσουν σεισμικές επιπτώσεις για το πολιτικό σκηνικό. Μία μέρα πριν από τα προαναφερθέντα δημοσιεύματα, η δημοσκόπηση της Interview[2] είχε στοιχεία ικανά για να πάρουν «δουλειά για το σπίτι» όλοι οι παράγοντες του πολιτικού συστήματος.
Πολιτικό κενό και κενό εκπροσώπησης
Στη δημόσια συζήτηση οι όροι πολιτικό κενό και κενό (ή κρίση) εκπροσώπησης χρησιμοποιούνται εντελώς λανθασμένα ως συνώνυμα. Αν πολιτικό κενό σημαίνει δυνατότητα εμφάνισης νέου κόμματος που μπορεί να παίξει κάποιον ρόλο, τότε στη συγκεκριμένη συγκυρία όλοι σκεφτόμαστε τον Τσίπρα. Από την άλλη, αν κενό ή κρίση εκπροσώπησης σημαίνει μαζικές διαθέσεις που έχουν ωριμάσει σε υπόγειες διαδρομές και «σκάνε μύτη» παράγοντας κοινωνικά γεγονότα με πολιτικό χαρακτήρα και συνέπειες, τότε ο νους όλων θα πάει στην Καρυστιανού και όχι στον Τσίπρα – κι αυτό ανεξάρτητα από το πόσο εκτιμά κανείς τον Τσίπρα ως πολιτικό πρόσωπο ή την Καρυστιανού ως δημόσια περσόνα και πιθανόν πολιτικό πρόσωπο. Το γεγονός αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να διακρίνουμε τις διαφορές ανάμεσα σε αυτό που στον δημόσιο πολιτικό λόγο αποκαλείται πολιτικό κενό και στο κενό ή κρίση εκπροσώπησης.
Κρίση του συστήματος διακυβέρνησης
Αυτό που καλείται πολιτικό κενό παραπέμπει στο γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα παρουσιάζει σημάδια ή βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο αρχόμενης κρίσης διακυβέρνησης. Ο Μητσοτάκης φθείρεται πολιτικά και –πράγμα που ενδιαφέρει περισσότερο τα κέντρα εξουσίας– δημοσκοπικά και αυτό αναδεικνύει την ανείπωτη φτώχεια του πολιτικού συστήματος σε εναλλακτικές και σε πολιτικά εργαλεία απορρόφησης κραδασμών και σταθεροποίησης. Η άρχουσα τάξη έριξε όλο το βάρος της στην αντιμετώπιση του μαζικού κινήματος ενάντια στα μνημόνια και στην πολιτική εκπροσώπησή του, τον ΣΥΡΙΖΑ, μη έχοντας την πολυτέλεια να σκεφτεί το μετά. Μετά τη συνθηκολόγηση-ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, έριξε όλο της το βάρος, με ασυγκράτητο ρεβανσισμό, όχι απλώς στην εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στη δημιουργία «υγειονομικής ζώνης» γύρω από το σύστημα διακυβέρνησης που θα κρατήσει για πάντα την Αριστερά –οποιαδήποτε, ακόμα και την πιο συστημική ή συμβιβασμένη εκδοχή της– μακριά από την κυβέρνηση. Το σε αυτή τη βάση και με αυτόν τον στόχο συμπηγμένο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο» Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, με την πλήρη στήριξη των συστημικών ΜΜΕ και όλου του «επιχειρηματικού κόσμου» ήταν στις «επάλξεις του αγώνα» μέχρι και τις δεύτερες εκλογές του 2023.[3]
Η τύφλωση του συστημικού ρεβανσισμού
Κανείς δεν είχε προβλέψει το σενάριο της κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η ηγεσία του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ ούτε οι συστημικοί αντίπαλοί του – για διαφορετικούς λόγους κάθε πλευρά, δεν διέθεταν την ικανότητα να σκέφτονται την πολιτική με όρους εκπροσώπησης κοινωνικών-ταξικών δυνάμεων και συμμαχιών. Η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ όμως είχε μοιραίες συνέπειες. Σύντομα αποδείχτηκε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε να ανακάμψει στο απαιτούμενο πολιτικό «ύψος» ώστε να είναι λειτουργικό ένα πολιτικό σύστημα με δύο βασικούς πόλους, τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ.[4]
Σαν να μην έφτανε αυτό… ήρθαν τα Τέμπη, για να εγκαινιάσουν μια κοινωνική-πολιτική διεργασία μεγάλης κλίμακας με το εκ πρώτης όψεως παράδοξο διπλό αποτέλεσμα: μεγάλη δημοσκοπική φθορά της κυβέρνησης και ταυτόχρονα πολυδιάσπαση-ρευστοποίηση και αποδυνάμωση της αντιπολίτευσης.
Να τι θέλει να πει ο όρος πολιτικό κενό: το πολιτικό σύστημα έγινε μη λειτουργικό, καθώς δεν μπορεί να παραγάγει στοιχειωδώς αξιόπιστα σχήματα και εναλλακτικές διακυβέρνησης. Πολύ απλά, το σύστημα ξέμεινε από πολιτικές εναλλακτικές.
Ο Τσίπρας είναι ακριβώς η προσπάθεια να υπάρξει μια τέτοια εναλλακτική, αλλά η… καταραμένη εκπροσώπηση κοινωνικών δυνάμεων καραδοκεί – και το εγχείρημα μόνο εύκολο δεν είναι.
Και ενώ το πολιτικό σύστημα, η άρχουσα τάξη και αντιμαχόμενα κέντρα στους κόλπους της «ψάχνονται» για εναλλακτικές διακυβέρνησης σε ένα τοπίο που αρχίζει να «μυρίζει» έρπουσα κρίση διακυβέρνησης, ενώ οι διεθνείς εξελίξεις μάς κυκλώνουν με όλων των ειδών τους κινδύνους και «μυρίζουν μπαρούτι», «απειλεί» να ανεβεί(;) απρόσκλητη στη σκηνή η Μαρία Καρυστιανού. Προφανώς δεν έχει τα φόντα να δώσει απάντηση στο βαθύτερο ζήτημα εκπροσώπησης κοινωνικών-ταξικών δυνάμεων και ενδεχομένως είναι εντελώς ανυποψίαστη γι’ αυτό το ζήτημα. Αν όμως κάνει το βήμα, μακριά από το να λύσει το ζήτημα αυτό, θα επιδεινώσει, ενδεχομένως μάλιστα και σοβαρά, το πρόβλημα της κρίσης διακυβέρνησης.
Αν η Αριστερά θέλει να σκύψει πάνω από το ζήτημα της πολιτικής εκπροσώπησης κοινωνικών δυνάμεων και να συνδεθεί με βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες, τώρα είναι –ξανά, μετά την περίοδο 2010-2015– η ώρα να το αντιμετωπίσει. Τουλάχιστον η ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική Αριστερά που έχει τα πολιτικά και ιδεολογικά εφόδια να καταλάβει το περιεχόμενο και τη σημασία του.
