Οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ σκότωσαν έντεκα Παλαιστίνιους δημοσιογράφους σε επιδρομές στη Γάζα κατά τον μήνα Αύγουστο. Μεταξύ των νεκρών ήταν η 33χρονη Mariam Dagga, της οποίας η δουλειά είχε γίνει τόσο επικίνδυνη που είχε ετοιμάσει τη διαθήκη της, προτρέποντας τους συναδέλφους της να «μην κλάψουν» στην κηδεία της.
Η Γάζα είναι μια από τις πιο θανατηφόρες ζώνες συγκρούσεων για τους δημοσιογράφους. Σε λιγότερο από δύο χρόνια, 189 εργαζόμενοι στα Μέσα Ενημέρωσης έχουν σκοτωθεί – σχεδόν όσοι και κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών του πολέμου στο Ιράκ. Ειδικά για τους ντόπιους ελεύθερους επαγγελματίες, μεσολαβητές και fixers ξένων Μέσων η υποστήριξη και προστασία είναι πολύ μικρή, ακόμη και πριν από τον πόλεμο.
Σε αντίθεση με τους ξένους ανταποκριτές, Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι συχνά ωθούνται σε επικίνδυνες καταστάσεις χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση σε εμπόλεμες ζώνες, κατάλληλο εξοπλισμό ασφαλείας ή επαρκή αμοιβή. Αγωνίζονται να θρέψουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους κι αυτή η σύνθετη συνθήκη στο εξωτερικό περιβάλλον, στους δρόμους, παντού, έχει τεράστιο αντίκτυπο στην ψυχική και σωματική τους υγεία. Κανένας ξένος δημοσιογράφος δεν επιτρέπεται να εισέλθει στη Γάζα για να κάνει ελεύθερα ρεπορτάζ, επομένως τα τοπικά Μέσα Ενημέρωσης είναι τα μάτια και τα αυτιά της διεθνούς κοινότητας, όλων μας. Τι μπορεί να γίνει για να αλλάξει αυτή η κατάσταση; Πρώτα και κύρια, οι ισραηλινές δυνάμεις θα πρέπει να σταματήσουν να στοχοποιούν δημοσιογράφους.
Το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι οι δημοσιογράφοι προστατεύονται ως πολίτες σε ζώνες συγκρούσεων βάσει των Συμβάσεων της Γενεύης και των πρόσθετων πρωτοκόλλων. Ωστόσο, το νομοθετικό και συμβατικό πλαίσιο ιστορικά δεν έχει επεκταθεί κι ανανεωθεί ώστε να καλύπτει την προστασία που ταιριάζει στις σύγχρονες ανάγκες των δημοσιογράφων. Οι οργανισμοί Μέσων Ενημέρωσης, οι οργανώσεις για τα δικαιώματα των δημοσιογράφων και όσων εργάζονται στα ΜΜΕ αλλά και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν δηλώσει κατηγορηματικά ότι το Ισραήλ πρέπει να λάβει μεγαλύτερες προφυλάξεις για την προστασία των δημοσιογράφων στη Γάζα.
Ωστόσο, φαίνεται ότι λίγα μπορούν να γίνουν κι ακόμη λιγότερα να αλλάξουν, πέρα από ανακοινώσεις που επισημαίνουν την ανησυχία και τον προβληματισμό για την ασφάλεια των δημοσιογράφων ή την άσκηση πιέσεων προς το Τελ Αβίβ για να επιτρέψει τις εκκενώσεις και να διασφαλίσει την ελεύθερη πρόσβαση των ξένων ανταποκριτών στη Λωρίδα της Γάζας. Οι υπερβολικές παράπλευρες απώλειες αποτελούν ένα ζοφερό ζήτημα του πολέμου στη Γάζα, με Ισραηλινούς κυβερνητικούς αξιωματούχους να τονίζουν συνεχώς ότι ο στρατός τους εργάζεται σκληρά για να ελαχιστοποιηθεί ο θάνατος αμάχων, για παράδειγμα ειδοποιώντας όσους διαμένουν σε κτίρια που προορίζεται να δεχθούν επίθεση. Βέβαια, τα ίδια τα επίσημα στοιχεία της ισραηλινής κυβέρνησης αμφισβητούν αυτόν τον ισχυρισμό.
Σύμφωνα με μια απόρρητη βάση δεδομένων των ισραηλινών στρατιωτικών υπηρεσιών, που δημοσιεύθηκαν από την εφημερίδα Guardian πριν κάποιες μέρες, το 83% των Παλαιστινίων που σκοτώθηκαν από τις ισραηλινές δυνάμεις στη Γάζα ήταν άμαχοι. Οι ένοπλες δυνάμεις ευρωπαϊκών κρατών, ειδικά όσες συμμετέχουν σε αποστολές του ΝΑΤΟ, άρχισαν να λαμβάνουν μέτρα για την ελαχιστοποίηση των θανάτων αμάχων μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ το 1975, μεταξύ των οποίων και πρακτικές που αξιολογούν την εκτίμηση παράπλευρων απωλειών πριν από την πραγματοποίηση μιας επίθεσης. Μέχρι τώρα, φαίνεται ότι αυτές τις πρακτικές ο ισραηλινός στρατός δεν τις τηρεί αποτελεσματικά.
Κατά συνέπεια, για να επανέλθουμε στο αρχικό ερώτημα του άρθρου, η απάντηση είναι καταφατική: Ναι, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί και οι θάνατοι δημοσιογράφων και οι θάνατοι αμάχων. Το «γιατί» δεν συμβαίνει αυτό, παραμένει επισήμως άγνωστο.
*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.
