● Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;
Οταν λέμε «γράφω συνεχώς το ίδιο βιβλίο» δεν κυριολεκτούμε φυσικά. Εννοούμε ότι έχουμε κάποιες εμμονές που κυριαρχούν στο σύνολο του έργου μας. Σ’ εμένα η εμμονή αυτή είναι ο Χρόνος σε όλες του τις εκφάνσεις· φυσικός, ιστορικός, μικρός ή μεγάλος, κυκλικός ή ευθύγραμμος, και το πώς εγγράφεται μέσα σε αυτόν η ανθρώπινη συνθήκη. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα έργα μου, είτε εποχής είτε σύγχρονα.
● Εκτός από τη λογοτεχνία, τι άλλο καθορίζει και φωτίζει το έργο σας;
Ο κινηματογράφος, που, εκτός των άλλων, είναι και λογοτεχνία.
● Υπάρχει κάποιο βιβλίο που βιαστήκατε να το παραδώσετε στον εκδότη σας και κάποιο άλλο που το απωθείτε, το «φοβάστε» μέχρι σήμερα;
Δεν βιάστηκα ποτέ να παραδώσω βιβλίο, εκδίδω με αργούς ρυθμούς σε διάστημα ακόμα και μιας δεκαετίας, κυρίως ανάμεσα σε δυο μυθιστορήματα. Και, ναι, έχω αφήσει ένα δυο έργα που τα απώθησα, ή που ίσως και να τα φοβήθηκα…
● Τρεις τίτλοι βιβλίων που σας σφράγισαν, στο πέρασμα του χρόνου, εντός και εκτός κειμένου…
«Μόμπι Ντικ» του Χ. Μέλβιλ, «Μπούντενμπροκ» του Τ. Μαν, «Μοσκώφ Σελήμ» του Γ. Βιζυηνού.
● Υπάρχουν αρνητικές κριτικές που σας βοήθησαν και θετικές που υπομειδιάσατε;
Πιστεύω ότι κρίνεται και η κριτική. Ετσι και η αρνητική και η θετική κριτική πρέπει να πείσουν πρωτίστως εμένα την ίδια ώστε να με επηρεάσουν. Διαφορετικά, δεν με αγγίζει ούτε η μία ούτε η άλλη.
● Υπάρχει κάποιος παλαιότερος και κάποιος νεότερος Ελληνας συγγραφέας που σας έλκει η γραφή του;
Πολλών νεότερων Ελλήνων συγγραφέων η γραφή με συγκινεί, όμως δεν θέλω να κατονομάσω έναν ή δύο. Το μόνο που θα έλεγα είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα εξαίρετοι συγγραφείς με δικό τους μοναδικό και αναγνωρίσιμο ύφος. Ανάμεσά τους και πολλοί νέοι ηλικιακά. Από τους παλαιότερους, στους οποίους ανατρέχω συχνά, αγαπώ τη γραφή του Βιζυηνού, του Θεοτόκη, αρκετών από τη γενιά του ’30 και αυτή του Στρατή Τσίρκα.
● Σήμερα, υπάρχουν λογοτεχνικές συντροφιές που διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα της εποχής;
Οχι πια, δυστυχώς. Ισως γιατί εξέλιπαν οι ανάγκες που δημιούργησαν εκείνες τις συντροφιές. Σήμερα προφανώς άλλαξαν οι ανάγκες των πνευματικών ανθρώπων. Εξάλλου είναι πολύ διαφορετικές και οι συνθήκες ζωής.
● Για ποιο λόγο η παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας, εκτός συνόρων, είναι τόσο νωθρή και αποσπασματική;
Θεωρώ ότι φταίει κυρίως η κρατική πολιτική του βιβλίου. Είναι αυτή καθαυτή ευκαιριακή και αποσπασματική, στα χνάρια της γενικότερης αβελτηρίας που μας διακρίνει ως χώρα, αφού όλα εξαρτώνται από την εκάστοτε αλλαγή κυβέρνησης. Πόσο μάλλον στον τομέα της προώθησης του βιβλίου που, δυστυχώς, αφορά ένα μικρό ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας.
● Η πολιτική συγκυρία, εντός και εκτός της χώρας, αλλά και η γλώσσα και ο τρόπος της ενημέρωσης αγγίζουν το συγγραφικό εργαστήρι σας;
Ζω την καθημερινότητα στη χώρα μας, είμαι πολιτικό ον από πολύ νέα, παρακολουθώ όσα συμβαίνουν, εσωτερικά και εξωτερικά, και φυσικά όλα αυτά επηρεάζουν καίρια τις θεματικές μου, όπως λ.χ. το προσφυγικό – μεταναστευτικό που με απασχόλησε ως μείζον ζήτημα πολύ πριν γίνει ακόμη τόσο πιεστικό. Οσο για τον τρόπο ενημέρωσης, ειδικά από τα ΜΜΕ, είναι πολλά που με προβληματίζουν, αλλά τονίζω την κακοποίηση της γλώσσας που υποβαθμίζει λίγο λίγο το γλωσσικό αισθητήριο των Ελλήνων.
● Σας απασχολεί αν, μετά θάνατον, θα σας θυμούνται μέσα από το έργο σας;
Σίγουρα δεν είναι κάτι που με απασχολεί. Ομως υπάρχει δημιουργός που η σκέψη αυτή δεν έχει περάσει ποτέ απ’ το μυαλό του; Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει απ’ τη θνητότητα.
