● Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;
Η εντύπωσή μου είναι ότι γράφω πάντα ένα τελείως διαφορετικό βιβλίο, ωστόσο υπάρχει περίπτωση αυτό να αποτελεί μια δική μου ψευδαίσθηση. Δεν μπορώ να έχω πάντα καθαρή εικόνα αυτού που γράφω, ακόμα κι όταν θεωρώ ότι είμαι βέβαιος για αυτό. Αν πάντως γράφω το ίδιο βιβλίο, ελπίζω τουλάχιστον να παρουσιάζω μια καλύτερη εκδοχή του κάθε φορά.
● Εκτός από τη λογοτεχνία, τι άλλο καθορίζει και φωτίζει το έργο σας;
Σίγουρα οι άνθρωποι. Οσο κι αν συχνά θεωρώ ότι δεν τους χρειάζομαι, δεν υπάρχει τίποτα πιο δραστικό από έναν άνθρωπο, σε ό,τι κι αν κάνω, την ώρα που γράφω ένα καινούργιο μυθιστόρημα ή όταν αποφασίζω να απέχω από τη συγγραφή. Πάντα κάποιος άνθρωπος θα δώσει το σύνθημα.
● Υπάρχει κάποιο βιβλίο που βιαστήκατε να το παραδώσετε στον εκδότη σας και κάποιο άλλο που το απωθείτε, το «φοβάστε» μέχρι σήμερα;
Δεν νομίζω. Οταν ολοκληρώνω κάτι που δουλεύω καιρό, το παραδίδω πάντα με τη βεβαιότητα ότι έχει έρθει η σωστή ώρα. Σε γενικές γραμμές είμαι βιαστικός και ανυπόμονος ως άνθρωπος, όμως στα γραπτά μου έχω υπομονή. Υπάρχουν βιβλία μου, τα οποία όχι ακριβώς απωθώ, όμως δεν θυμάμαι πάντα την εικόνα του εαυτού μου και την ψυχολογία μου εκείνες τις περιόδους που τα έγραφα.
● Τρεις τίτλοι βιβλίων που σας σφράγισαν, στο πέρασμα του χρόνου, εντός κι εκτός κειμένου…
«Η σκάλα» του Σωκράτη Καψάσκη, «Η δίκη» του Φραντς Κάφκα και «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ.
● Υπάρχουν αρνητικές κριτικές που σας βοήθησαν και θετικές που υπομειδιάσατε;
Το 2005 πήρα μια κακή κριτική για ένα βιβλίο μου, το οποίο μέχρι τότε είχε αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές. Αρχικά με πείραξε πολύ, όμως όταν «συνήλθα» ομολογώ ότι τελικά μου άρεσε που υπήρχε η εν λόγω κριτική, συνειδητοποίησα ότι αυτό το παιχνίδι παίζεται και με αυτόν τον τρόπο. Τώρα πια, αν τύχει κάτι τέτοιο, δεν ασχολούμαι πολύ. Οι θετικές κριτικές περισσότερο με ανακουφίζουν παρά με χαροποιούν.
● Υπάρχει κάποιος παλαιότερος και κάποιος νεότερος Ελληνας συγγραφέας που σας έλκει η γραφή του;
Ο Εμμανουήλ Ρoΐδης. Από τους νεότερους μου αρέσει ο διηγηματογράφος Πάνος Τσίρος.
● Σήμερα, υπάρχουν λογοτεχνικές συντροφιές που διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα της εποχής;
Δεν διακρίνω κάποιο πνευματικό κλίμα για να είμαι ειλικρινής. Υπάρχουν μοναχικοί συγγραφείς που πασχίζουν να γίνουν ορατοί. Λογοτεχνικές συντροφιές δυστυχώς πλέον δύσκολα ευδοκιμούν. Οταν ξεκίνησα, πριν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια κάτι γινόταν, τώρα το τοπίο είναι σχεδόν έρημο.
● Για ποιο λόγο η παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας, εκτός συνόρων, είναι τόσο νωθρή και αποσπασματική;
Χωρίς δεύτερη σκέψη, έχει να κάνει με την έλλειψη στρατηγικής των επίσημων φορέων σχετικά με την προώθηση του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό, με την έλλειψη συνοχής στις αποφάσεις που λαμβάνονται κατά καιρούς και στην τοποθέτηση λάθος ανθρώπων σε σημαντικές θέσεις. Εχω την τύχη να ταξιδεύω συχνά για τη δουλειά μου εκτός χώρας και κάθε φορά –διαπιστώνοντας πόσο οργανωμένοι είναι οι περισσότεροι σε σχέση με εμάς σε αυτό το κομμάτι– επιστρέφω σχεδόν με κατάθλιψη.
● Η πολιτική συγκυρία, εντός και εκτός της χώρας, αλλά και η γλώσσα και ο τρόπος της ενημέρωσης αγγίζουν το συγγραφικό εργαστήρι σας;
Ναι, μοιραία το αγγίζουν, ακόμα κι αν δεν το αντιλαμβάνομαι στον σωστό χρόνο. Οσο κι αν θέλω να παραμείνω αποστασιοποιημένος, να μη με αφορά ό,τι συμβαίνει εδώ αλλά και πιο μακριά, τελικά είναι μοιραίο να με επηρεάζει, μια που είμαι κι εγώ μέρος αυτού του ψηφιδωτού.
● Σας απασχολεί αν, μετά θάνατον, θα σας θυμούνται μέσα από το έργο σας;
Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ σοβαρά. Αν συμβεί, ελπίζω να γίνονται κόσμια σχόλια!
