Στα «Ετερόδοξα» της προηγούμενης Δευτέρας, ο Ηλίας Ιωακείμογλου «κατεδάφισε» τον σκληρό πυρήνα της νεοφιλελεύθερης αφήγησης περί επενδύσεων και της απαραίτητης, γι’ αυτές τις επενδύσεις, οικονομικής πολιτικής(1). Εδειξε με πολύ εύγλωττο τρόπο πώς η αμέριστη κυβερνητική στήριξη των κερδών ούτε υλική και κοινωνική ευημερία προσφέρει ούτε καταλήγει σε αύξηση των απαραίτητων παραγωγικών επενδύσεων τελικά. Το παραγωγικό σύστημα της χώρας συρρικνωνόταν από το 2009 και μετά συνεχώς επί μια 15ετία, κάτι που αποτελεί παγκόσμια ιδιοτυπία. Μόνο από την πανδημία και μετά η τάση αυτή έχει, εν μέρει, αναστραφεί, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια ελαφριά αυξητική αναπαραγωγή του συστήματος, αλλά και πάλι σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα σε σχέση με τα προ του 2008.
Τι θα λέγατε τώρα αν στην παραπάνω κατάσταση προσθέταμε και αυτήν των πρωτογενών υπερ-πλεονασμάτων που έχει επισημάνει, κατ’ επανάληψη, ο Πάνος Κοσμάς στις στήλες της «Εφ.Συν.». Από ό,τι φαίνεται από μια σειρά στοιχείων εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, δεν ισχύει τόσο η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης, ότι δηλαδή οι υπεραποδόσεις οφείλονται στην πλευρά των εσόδων και τη δραστηριότητα της οικονομίας που ανακάμπτει. Το 50% και παραπάνω της επίτευξης δείχνει να προέρχεται από το σκέλος της υποεκτέλεσης των δαπανών του προϋπολογισμού. Με άλλα λόγια, η συσταλτική πολιτική συνεχίζεται, παράλληλα με την εφαρμογή των μεταμνημονιακών μακροπρόθεσμων απαιτήσεων(2).
Οι συνέπειες των υπερ-πλεονασμάτων
Ομως τι συμβαίνει, μακροπρόθεσμα, στην οικονομία όταν δημιουργούνται συνεχή υπερ-πλεονάσματα; Αλλάζει σιγά, ή λιγότερο σιγά, η σχέση ιδιωτικής και δημόσιας οικονομίας, δηλαδή αναδιαρθρώνεται μακροοικονομικά η παραγωγή και η ζήτηση και ενισχύονται οι συνθήκες και οι δυνατότητες παραγωγής εμπορευμάτων και δη εμπορευμάτων καταναλωτικών και παραγωγικών (δηλαδή μέσων παραγωγής) που τα χρειάζεται ο ιδιωτικός καπιταλιστικός τομέας και τα μέλη των κυρίαρχων τάξεων, και όχι δημόσια αγαθά και υπηρεσίες που απαιτεί η κοινωνική αναπαραγωγή των εργαζόμενων τάξεων. Οσο το Δημόσιο δαπανά λιγότερα από τα έσοδά του και το πλεόνασμα το χρησιμοποιεί για την αποπληρωμή του χρέους τόσο μειώνεται το ειδικό βάρος του δημόσιου τομέα και αυξάνεται το ειδικό βάρος του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα στο εθνικό προϊόν.
Γι’ αυτό και η μεταμνημονιακή συμφωνία του 2018, που είναι συμφωνία συνεχούς παραγωγής υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, μέχρι και το 2062, είναι άκρως απαραίτητη για τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα και τους καπιταλιστές: τους εξασφαλίζει ηγεμονικές για τα συμφέροντά τους συνθήκες επί της διανομής του εθνικού προϊόντος. Πόσο μάλλον όταν, εκτός της μεταμνημονιακής συμφωνίας, ισχύει από το 2024 και μετά και ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων με το οποίο εισάγεται το λεγόμενο «φρένο» χρέους, σύμφωνα με το οποίο οι κρατικές δαπάνες δεν μπορούν να αυξηθούν, ονομαστικά, πάνω από κάποιο ποσοστό για το οποίο υπάρχει συμφωνία του κράτους-μέλους με την Ε.Ε. Οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες αποσυνδέουν τα έσοδα από τις δαπάνες, ώστε κάθε υπέρβαση του στόχου να κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους – εκτός αν είναι στρατιωτική δαπάνη μέχρις ορισμένου ύψους!
Ετσι, σήμερα, όχι μόνο παράγονται πολλαπλάσια κέρδη από ό,τι παραγωγικές επενδύσεις, αλλά, ταυτόχρονα, αυτή η δυσαναλογία ισχύει μέσα σε ένα ασφαλές διανεμητικό περιβάλλον για τον ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα. Παρότι οι καπιταλιστές επενδύουν ένα μικρό τμήμα των κερδών τους σε παραγωγικές επενδύσεις, το μερίδιό τους στην εθνική οικονομία αυξάνεται και έτσι διατηρείται αδιαμφισβήτητος ο κυριαρχικός τους ρόλος στη συνολική οργάνωση της οικονομίας.
Μια νέα αναπτυξιακή πρόταση…
Ας φανταστούμε λοιπόν τώρα πως μέσα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον εμφανίζεται μια πολιτική δύναμη που θέλει να αντιμετωπίσει ορισμένα επείγοντα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας με μια αναπτυξιακή πρόταση που, ενώ δεν αμφισβητεί τις καπιταλιστικές βάσεις της οικονομίας, εντούτοις θέλει να στρέψει ένα αναπτυξιακό δυναμικό στην αντιμετώπιση ορισμένων κρίσιμων ζητημάτων, όπως είναι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και των φαινομένων τύπου «Daniel», η στεγαστική κρίση στις ελληνικές πόλεις και η ανάπτυξη των ασφαλών μέσων σταθερής τροχιάς και των υποδομών τους.
Μια τέτοια πρόταση δεν έχει εμφανιστεί στην πραγματικότητα και θα πρέπει να σκεφτούμε γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά εδώ, χάριν παραδείγματος, υποθέτουμε ότι διατυπώνεται και μάλιστα με τρόπο που δεν αμφισβητεί την καπιταλιστική βάση της οικονομίας ούτε θέλει να αρνηθεί τον ρόλο που θα παίξει ο ιδιωτικός καπιταλιστικός τομέας στις νέες οικονομικές δραστηριότητες που θα προκύψουν από την υλοποίηση του νέου αναπτυξιακού μοντέλου. Με λίγα λόγια, υποθέτουμε, με φαντασιωτική ελευθερία, ότι η νέα αναπτυξιακή πρόταση δεν θέλει να ανατρέψει, μακροπρόθεσμα, τα μερίδια του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα στην εθνική οικονομία, απλά θέλει να κινητοποιήσει κάποιους πόρους προς τις νέες και επείγουσες ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Τέλος, ας υποθέσουμε ότι οι αρχικοί χρηματοδοτικοί πόροι έχουν βρεθεί και τους προσφέρουν ελληνικοί και διεθνείς χρηματοδοτικοί θεσμοί.
Μια τέτοια ειλικρινής αναπτυξιακή κινητοποίηση πόρων, υπέρ των πραγματικών αυτών αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας, θα διαπίστωνε πολύ γρήγορα ότι η οικονομική δραστηριότητα που προκύπτει από τη νέα αναπτυξιακή πολιτική δεν αντιμετωπίζει, ως επί το πλείστον, περιορισμό χρηματοδοτικών πόρων αλλά άλλου είδους περιορισμούς, όπως είναι οι περιορισμοί που προκύπτουν από την έλλειψη συντονισμού των οικονομικών δραστηριοτήτων και ζήτησης για νέες οικονομικές δραστηριότητες. Επίσης, θα διαπίστωνε ότι η νέα οικονομική δραστηριότητα είναι μια ενεργός μετασχηματιστική διαδικασία και όχι ένας απλός συνδυασμός κεφαλαίου και εργασίας.
Αυτά δεν τα υποθέτουμε. Εχουν γίνει στην πραγματικότητα και μάλιστα σε πολλές χώρες. Σκεφτείτε μόνο την τεράστια κινητοποίηση που έγινε στα χρόνια της πανδημίας, για την ανάπτυξη της παραγωγής νέων υποδομών, νέων υπηρεσιών και νέων προϊόντων για την αντιμετώπιση του κορονοϊού. Ποιος είπε ότι δεν υπήρχαν λεφτά ή ότι αυτό ήταν το σημαντικότερο πρόβλημα;
…και οι αναπόφευκτες συγκρούσεις
Θα κλείσουμε την υπόθεση της εμφάνισης μιας φιλόδοξης αναπτυξιακής πολιτικής επισημαίνοντας δύο υποτιμημένες όψεις της πολιτικής σύγκρουσης που υπάρχει μεταξύ ενός νεοφιλελεύθερου οικονομικού καθεστώτος, όπως αυτό που έχει εγκαθιδρυθεί στην ελληνική οικονομία, και μιας δυναμικής αναπτυξιακής διαδικασίας, ακόμα και όταν η τελευταία δεν θέλει να αμφισβητήσει την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας:
α) Η πρώτη πολιτική σύγκρουση θα προκύψει γιατί η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, της στεγαστικής κρίσης και της ανάπτυξης ενός δημόσιου δικτύου σιδηροδρόμων θα απαιτήσουν την ταχεία αύξηση των μισθών και της οργάνωσης του συνδυασμού των ειδικοτήτων. Το σημερινό νεοφιλελεύθερο μακροοικονομικό μοντέλο δεν μπορεί να διαχειριστεί τα διανεμητικά αποτελέσματα –αύξηση του μεριδίου των μισθών ή του δημόσιου τομέα ή και των δύο στο εθνικό προϊόν– που θα έχει μια έντονη αναπτυξιακή προσπάθεια, ακόμα και αν αυτή δεν θέλει να ανατρέψει το διανεμητικό μοντέλο που ισχύει. Ακόμα και αν δεν το επιδιώκει, μια σοβαρή αναπτυξιακή προσπάθεια θα επιφέρει διανεμητικές ανατροπές στο υφιστάμενο μοντέλο και στην πολιτική ισχύ των κοινωνικών τάξεων.
β) Η δεύτερη πολιτική σύγκρουση θα προκύψει επειδή, αργά ή γρήγορα, θα διαπιστωθεί ότι ο αναπροσανατολισμός της οικονομίας στην αντιμετώπιση νέων αναγκών δεν απαιτεί μόνο την αύξηση των μισθών και των δημόσιων δαπανών αλλά και την αλλαγή κάποιων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, αν θέλουμε ο αναπτυξιακός αναπροσανατολισμός να γίνει με τον πλέον ορθολογικό τρόπο. Θυμηθείτε τον ρόλο των ιδιωτικών κλινικών στον καιρό της πανδημίας.
Ετσι, καταλαβαίνουμε ίσως λίγο καλύτερα γιατί υπάρχει στρατηγικό κενό στις αντιπολιτεύσεις του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1) Είναι τα σημερινά κέρδη οι αυριανές επενδύσεις; «Εφ.Συν.», 19.05.2025
2) Πλεόνασμα από… περικοπές δαπανών, «Εφ.Συν.», 16.04.2025
