Στις 18 Μαρτίου το γερμανικό Κοινοβούλιο πήρε μια ιστορικών διαστάσεων απόφαση. Εκρινε με ευρεία πλειοψηφία κατά του συνταγματικά κατοχυρωμένου «κόφτη» των δαπανών. Στο εξής θα εξαιρούνται οι δαπάνες για την άμυνα και την ασφάλεια. Πρόκειται για μια ιστορική κίνηση από τη Γερμανία, η οποία παραδοσιακά είναι εξαιρετικά προσεκτική με το χρέος και τη διαχείριση των ελλειμμάτων. Ερχεται μάλιστα εν μέσω της έντασης στην Ευρώπη από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την προσπάθεια επανεξοπλισμού των ευρωπαϊκών χωρών συλλογικά και μεμονωμένα.
Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, επίσης, το γνωστό «γεράκι», Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρώην ομοσπονδιακή υπουργός Αμυνας, πρότεινε τα κράτη της Ενωσης να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στα 800 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό-μαμούθ, το οποίο θα προέλθει από μαζικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες: Υγεία, Παιδεία, Κοινωνικό Κράτος, συντάξεις κ.λπ. Αυτό με πρόσχημα την απόφαση του κοινωνιοπαθούς Τραμπ να μειώσει τη συμμετοχή των ΗΠΑ στις δαπάνες του ΝΑΤΟ για την άμυνα. Από τους πρώτους που έσπευσαν να δηλώσουν συμμετοχή στο νέο πρόγραμμα αύξησης των αμυντικών δαπανών ήταν ο Ελληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Χωρίς να φορτώνουμε σε έναν λαό ευθύνες για τους ηγέτες του, παρ’ όλα αυτά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Γερμανία έχει προκαλέσει δύο Παγκόσμιους Πολέμους, με τεράστια ευθύνη και του ίδιου του γερμανικού λαού. Πολλοί ιστορικοί έχουν μιλήσει για το περίφημο «Sonderweg», δηλαδή την ιδέα ενός «ιδιαίτερου δρόμου» της γερμανικής ιστορίας. Ο σκηνοθέτης Εντγκαρντ Ράιτς πριν από χρόνια γύρισε τη σειρά Heimat. Οπως αναφέρει ο Γερμανός ιστορικός Saul Friedländer (Σολ Φριντλέντερ), στο εξαιρετικά διαφωτιστικό βιβλίο του «Σκέψεις για τον ναζισμό» (εκδόσεις Πόλις), «τι μας εξηγεί το έργο του; Οτι, στο επίπεδο του πληθυσμού, δεν συνέβη και τίποτα σπουδαίο. Η βαθιά Γερμανία έζησε υπό τον ναζισμό, χωρίς να αλλάξει. Το βάθος αυτής της Γερμανίας είναι τέτοιο, ώστε ο ναζισμός να μοιάζει ένα επιφανειακό φαινόμενο, που ο πληθυσμός δεν το αντιλήφθηκε ως αυτό που πραγματικά ήταν. Υπάρχουν, βέβαια, οι βομβαρδισμοί, αλλά τέλος πάντων αυτοί κράτησαν για πολύ λίγο και δεν ανέστειλαν το αίσθημα μιας συνεχούς προόδου. Ο Ράιτς τελειώνει, μάλιστα, αφήνοντας να εννοηθεί πως τα πραγματικά προβλήματα ξεκίνησαν μετά τον πόλεμο: πρόκειται στην κυριολεξία για μια αντεστραμμένη πραγματικότητα».
Ο δε Ερνστ Νόλτε, θεωρητικός του ναζισμού και μέγας αναθεωρητής της Ιστορίας, υποστήριξε ότι ο ναζισμός ήταν απάντηση στον μπολσεβικισμό: τα γκουλάγκ ήταν το πρωτότυπο, το Αουσβιτς το αντίγραφο. Κατά τον Νόλτε, ο Λένιν και ο Στάλιν ήθελαν να εξοντώσουν μια τάξη, τους αστούς. Ο Χίτλερ ήθελε να εξοντώσει μια φυλή, τους Εβραίους. Εκείνο που δεν λέει, όμως, ο Νόλτε, είναι το πώς η επιθυμία του Χίτλερ να εξοντώσει τους Εβραίους θα μπορούσε να θεωρηθεί μέτρο άμυνας κατά του μπολσεβικισμού.
Τη στιγμή που σήμερα στην εξουσία βρίσκεται στην Ιταλία η Τζόρτζια Μελόνι, θαυμάστρια του Μουσολίνι, στη Γαλλία διεκδικεί την προεδρία η Μαρίν Λεπέν, στην Ουγγαρία κυβερνά ο Ορμπαν, ενώ στη Γερμανία έχει μετεωρική άνοδο το φιλοναζιστικό AfD, δεν είναι καθόλου καλή ιδέα να αφήσουμε τη χώρα αυτή να επανεξοπλιστεί. Οι θεωρητικοί του ναζισμού τον παρουσίαζαν σαν τον «τρίτο δρόμο», αντίθετο τόσο με τον κομμουνισμό όσο και με τον φιλελευθερισμό. Καλά λοιπόν θα κάνουμε να το ξανασκεφτούμε, όσο έχουμε τον καιρό, γιατί θα πρόκειται για «ιστορική αφασία», εάν 80 χρόνια μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αφήσουμε να ξανανοίξουν τα κρεματόρια και τα γκέτο.
