ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια προσωπική «αναταραχή», απ’ όσες αποσυντονίζουν τον κεντρικό μας άξονα, έγινε αιτία την περασμένη εβδομάδα -εξομολογούμαι- να χάσω δύο γεγονότα μείζονα για τη δική μου «ατζέντα» αφοσίωσης (αυτήν όχι τόσο του πολιτιστικού ρεπόρτερ όσο του θεατή): την παράσταση της «Ορέστειας» σε σκηνοθεσία Θόδωρου Τερζόπουλου στην Επίδαυρο (ευτυχώς κάνει περιοδεία) και τον θάνατο του μάγιστρου της βίντεο-αρτ Μπιλ Βαϊόλα.

Η τελευταία είδηση με χτύπησε κατακέφαλα, μπαγιάτικη κατά δύο 24ωρα, προκαλώντας μου πάγωμα, δυσφορία και αντανακλαστική δημοσιογραφική ενοχή («δεν γράψαμε τίποτα, γαμώτο»). Στην πλήρη συναισθηματική αντιδιαστολή της η πρώτη γενναιόδωρη επαφή με το έργο του Αμερικανού εικαστικού μού είχε προκαλέσει εσωτερικό κατακλυσμό σκέψεων, την ευφορία της προσωπικής «ανακάλυψης» και τη συνειδητοποίηση ότι οι εικόνες του κοινού που μένει αποσβολωμένο επί ώρα μπροστά σ’ ένα έργο τέχνης δεν είναι κινηματογραφικό εύρημα. Ηταν στη διάρκεια μιας αποστολής στο Βερολίνο, σ’ έναν περίπατο στο Hamburger Bahnhof, όπου έμεινα ενεή να παρακολουθώ ξανά και ξανά ένα από τα πιο λιτά έργα του Βαϊόλα με μια σταγόνα νερού που σχηματίζεται, αντικατοπτρίζει τον θεατή και την πραγματικότητα αντεστραμμένα, «λιώνει» και σβήνει πέφτοντας σ’ ένα κρουστό παράγοντας στιγμιαίο ήχο. Μάλλον ήταν το πιο μεταφυσικό έργο τέχνης που έβλεπα μέχρι τότε, προσκρούοντας εντός του πολύ νεότερου εαυτού μου στα γνωστά υπαρξιακά ερωτήματα.

Πρέπει να ήταν περίπου την ίδια εποχή όταν, χωρίς να έχω μεγάλη επαφή με το έργο του Τερζόπουλου, βρέθηκα σε μία από τις ευφυέστερες φεστιβαλικές διοργανώσεις που πέρασαν ποτέ από τα πολιτιστικά μας πράγματα: στο Φεστιβάλ Αργους όπως το είχε συλλάβει και το διηύθυνε η Ελένη Βαροπούλου. Και εκεί ένα καλοκαιρινό φεγγαρόφωτο βράδυ παρακολούθησα μια μικρή σε διάρκεια τερζοπουλική παρέμβαση με τη Σοφία Χιλλ, γυμνόστηθη, να αποδίδει τον μονόλογο της Ιώς από το γ’ επεισόδιο του «Προμηθέα Δεσμώτη», ερχόμενη από μακριά μέσα σε μια βάρκα που την παρέσερνε μέχρι εμάς το ρέμα σ’ ένα ρυάκι. Σαν σε όνειρο θυμάμαι την εντύπωση καταλυτική να «απο-ακαδημαϊκοποιεί» τον Αισχύλο και, με τον τρόπο του Τερζόπουλου, να με κεραυνοβολεί. Πώς συνδύασα τώρα και τις δύο αναμνήσεις από τους δύο τόσο διαφορετικούς εικονοκλάστες και μυστικιστές της σύγχρονης τέχνης; Μάλλον δεν ευθύνεται μόνο η δημοσιογραφική ενοχή, αλλά κυρίως η ευγνωμοσύνη να τους σκεφτώ ξορκίζοντας ακαριαία τα υπόλοιπα.