Περιφερόταν χθες στον δρόμο μου με τη μορφή γείτονα. Δυο δρόμους δίπλα από εκεί που έγινε το φονικό στην Καλαμαριά. Με καλημέρισε κι ανύποπτος εγώ αντιχαιρέτησα, όπως κάνουμε τακτικά. Είχαν περάσει μόλις τέσσερις ώρες από τη στιγμή που διαπράχθηκε το έγκλημα. «Τα ’μαθες; Τι ρωτώ, με τη δουλειά που κάνεις το ξέρεις». Τον κοίταξα περιμένοντας τη συνέχεια. Φρεσκοξυρισμένος, χαμογελαστός, σαν να πότιζε γεράνια, συνέχισε «ε, τώρα, κάτι υπήρχε, κάτι θα υπήρχε οπωσδήποτε, δεν εξηγείται διαφορετικά».
Κοίταξα το Κτήνος με βλοσυρό ύφος, αλλά υποδύθηκε ότι δεν κατάλαβε. «Ξέρουμε τώρα τι γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις», συμπλήρωσε αυτάρεσκα. Είπα να το δω ολόκληρο τούτο το κρυμμένο Κτήνος και έκανα κι εγώ ότι δεν κατάλαβα. «Δηλαδή τι ξέρεις για τέτοιες περιπτώσεις και τι γνωρίζεις για τη συγκεκριμένη;» ρώτησα. Το Κτήνος συνοφρυώθηκε με τακτ, εξακολούθησε να χασκογελάει, έχοντας όμως τώρα το απλανές ύφος γκαρμπολάχανου, της κακοπαιγμένης αθωότητας του ενόχου που δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Συνέχισα επιθετικότερα: «Δηλαδή μου λες ότι έφταιγε η γυναίκα, και τι να κάνει κι αυτός, πήρε μια κουμπούρα και την ξάπλωσε, άντρας είναι στο κάτω κάτω, κι εμείς οι άντρες αντρίκια καθαρίζουμε…». «Ε, τώρα…» απάντησε το Κτήνος χωρίς να ολοκληρώσει τη φράση και υπονοώντας ότι κάποια πράγματα οι «άντρες» τα σκέφτονται και τα κάνουν, αλλά δεν τα ομολογούν ούτε μεταξύ τους.
«Μα, καλά, δεν ντρέπεσαι λίγο, μου υποδύεσαι και τον χριστιανό…» του είπα, αν και σκέφτηκα να κάνω πράγματα που δεν θα ομολογήσω γραπτώς. Το άλιεν που είχε βγει μέσα από τον γείτονα αποσύρθηκε αστραπιαία στον εσωτερικό του βούρκο. «Ε, μα, δεν εννοούσα…» ακούστηκε η αμηχανία σαν το σύρσιμο στον βάλτο. Και το εννοούσε, και το είπε, και ο εξάψαλμος που του έριξα είχε χαρακτήρα συγκράτησης της αυτοκυριαρχίας μου, μετατροπής της σε λέξεις-κοτρόνια, με τα οποία προσπαθούσα να ασφαλίσω την τρύπα από την οποία αναδύθηκε το Κτήνος.
Φιδοσέρνεται ανώνυμο μέσα στην κοινωνία μας το Κτήνος της πατριαρχίας, το βλέπω συχνά να μας περιπαίζει, βλέπω να το ταΐζουν σε οικογένειες και κοινωνικές συναναστροφές, μυρίζω την μπόχα της ανοχής και ξέρω πως όσα κοτρόνια κι αν ρίξω, θα βγαίνει συχνά ακόμη από την τρύπα του. Και γι’ αυτό λέω να συνεχίσω να κάνω το ίδιο, γνωρίζοντας τουλάχιστον ότι στις μέρες και τις νύχτες του καιρού μας δεν είμαι μόνος.
