«Ουτοπία και απομάγευση. Συμβαίνουν πολλά πράγματα όταν ταξιδεύεις· βεβαιότητες, αξίες, συναισθήματα, προσδοκίες που χάνονται στον δρόμο – ο δρόμος είναι ένας σκληρός αλλά καλός δάσκαλος. Διαφορετικά πράγματα, διαφορετικές αξίες και συναισθήματα αποκαλύπτονται, φανερώνονται, συλλέγονται καθ’ οδόν. Οπως το ταξίδι έτσι και το γράψιμο είναι αποσυναρμολόγηση, αναδιάταξη, νέοι συνδυασμοί· ταξιδεύεις στην πραγματικότητα όπως σ’ ένα θέατρο πρόζας, μετακινώντας τις κουίντες, ανοίγοντας νέα περάσματα, χάνοντας τον δρόμο σου μέσα σε αδιέξοδα και παραλύοντας μπροστά σε ψεύτικες πόρτες, σχεδιασμένες στον τοίχο».
Διαβάζω τις σκέψεις του Κλάουντιο Μάγκρις στο «Ενα ατέλειωτο ταξίδι» του, ταξιδεύοντας στην ενδοχώρα με τρένο. Ενα τρένο γεμάτο επιβάτες.
Τους παρατηρώ με προσοχή. Αν κάτι μας έμαθε το μεγάλο δυστύχημα των Τεμπών είναι να παρατηρούμε τους συνεπιβάτες μας σαν συντρόφους στο ταξίδι. Νομίζω πως θα κάνουμε αρκετό καιρό να ξεπεράσουμε την παράξενη αυτή «συλλογικότητα».
Καθ’ οδόν «συλλέγω» πρόσωπα διαφόρων ηλικιών. Ανάμεσά τους ένα παιδί απογειώνει και προσγειώνει το αεροπλανάκι του στον διάδρομο του βαγονιού. Ονειρεύεται ένα άλλο ταξίδι μέσα στο ταξίδι του. Υποδύεται τον πιλότο και όταν περνάμε τούνελ ανακοινώνει ένα τραγουδιστό «mayday, mayday».
Σκέφτομαι και πάλι τον Μάγκρις που λέει κάπου πως όταν ταξιδεύεις διασχίζεις σύνορα -πολιτικά, γλωσσικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, ψυχολογικά, αλλά και αόρατα, αυτά που χωρίζουν τη μια πόλη από την άλλη, τη μια χώρα από την άλλη, εκείνα που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους και κυρίως τα πιο επώδυνα ελικοειδή σύνορα τα οποία μέσα στη δική μας εσωτερική ψυχολογία μάς φράζουν τον δρόμο.
Το καλοκαίρι βοηθά τα ταξίδια, τα αγαπάει. Οι άνθρωποι αισθάνονται λίγο πιο ελεύθεροι, με λιγότερες αναστολές μπαίνουν στο ταξίδι σε γνωστούς και άγνωστους τόπους. Οι τόποι άλλοτε ανοίγονται κι άλλοτε κρύβονται στον επισκέπτη του θέρους. Μεγάλοι συγγραφείς έχουν προσπαθήσει να τους ξεκλειδώσουν, να μας μυήσουν στα αθέατα μυστικά τους. Ανασκάπτουν νέες στρώσεις και αποχρώσεις που έχουν επικαλύψει την ιστορία και τον μύθο, είτε πρόκειται για το αρχαίο θεσσαλικό βουνό που στα σπλάχνα του ταξιδεύει αυτό το τρένο, είτε πρόκειται για το φιόρδ που γράφει ο Μάγκρις: τα χρώματα είναι η αλφάβητος του κόσμου: όχι μόνο η θάλασσα, το λιβάδι ή η φωτιά, αλλά και τα συναισθήματα, οι λέξεις, οι καταστάσεις, ακόμα και οι ιδέες έχουν χρώματα.
Πλησιάζουμε στη Λάρισα, θα ορκιζόμουν πως τα χρώματα άλλαξαν κάτω από ένα γκρι σύννεφο, για μια μόνο ταυτόχρονη στιγμή οι επιβάτες του βαγονιού αφήσαμε τα βιβλία, τα κινητά, τα τάμπλετ και κοιτάξαμε με δέος τον σταθμό της πίκρας, της οργής και του άδικου θανάτου. Μόνο το παιδί με το αεροπλανάκι του συνέχιζε αδιάσπαστο από τα επίγεια το φανταστικό ταξίδι του στους αιθέρες.
