«Ο ΟΣΕ ήταν η πιο προβληματική επιχείρηση της Ευρώπης. Χάρη στις δικές μας παρεμβάσεις επιτεύχθηκε η μετέπειτα αποκρατικοποίηση της εταιρείας». Τάδε έφη Κ. Χατζηδάκης. Ιούλιος του 2019 ήταν, προεκλογικά τα έλεγε, μετεκλογικά τα έκανε. «Δεν παίζουμε με την ασφάλεια των σιδηροδρόμων». Τάδε έσκουξε στη Βουλή στις 20/2 ο Κ. Αχ. Καραμανλής ως απάντηση σε ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ. «Η Ελλάδα βρίσκεται στο πρώτο βαγόνι της Ευρώπης». Τάδε χασκογέλασε ο Κ. Μητσοτάκης πριν από λίγες μέρες στη Λάρισα.
Εδώ και τρία χρόνια (γεμάτα!) ακούμε ειδήσεις που δεν είναι καθόλου καλές, αλλά ακούγονται ως καλές και γίνονται ειδήσεις: Τσιμεντώθηκε ο Παρθενώνας. Αυτό παρουσιάστηκε ως έργο ανθρωπιστικό και αναπτυξιακό, που κακώς, πάρα πολύ κακώς δεν το είχαν σκεφτεί ούτε ο Περικλής ούτε ο Πικιώνης – αυτός μάλιστα πρέπει να ήταν και πολύ μεγάλος ξέρεις εσύ τι, που κάθισε κι έστρωσε με τα χεράκια του πετραδάκι πετραδάκι οδούς ώς τον Παρθενώνα και σεβάστηκε και τις πέτρες και το χώμα και τα χορταράκια του Ιερού Βράχου… Διαλύθηκαν τα αρχαία της Βενιζέλου. Ο εργολάβος πήρε εκατομμύρια για να κάθεται, τα έργα του μετρό καθυστερούν κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, αυτός πληρώνεται κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα, αλλά αυτό παρουσιάστηκε ως (μάντεψε!) έργο ανθρωπιστικό και αναπτυξιακό… Χιλιάδες χιλιάδων νεκρούς είχαμε από τον κορονοϊό. Οτι «άντεξε» το ΕΣΥ είπε η κυβέρνηση, ότι όλοι μαζί, ατομική ευθύνη φέροντας, κάναμε αυτό που έπρεπε, ότι φτιάχτηκαν ΜΕΘ και ότι με τον Κικίλια πριν και τον Πλεύρη τώρα μπορούμε ν’ αρρωσταίνουμε ήσυχοι. Μια έρευνα που βγήκε κι έλεγε τ’ αντίθετα, χάθηκε στο βάθος του επικοινωνιακού μηχανισμού κι ο ερευνητής δεν έχει καμία πλέον πρόσβαση στα υγειονομικά δεδομένα… Ιδιωτικοποιήθηκε η ΔΕΗ. Ο Χατζηδάκης Σούπερμαν έκανε λόγο για έναν οργανισμό που φθίνει και πρέπει να πάρει τα πάνω του. Τα πάνω του πήρε, όχι όμως ο οργανισμός αλλά ο μισθός του Στάσση, που έριξε έναν ακόμα όροφο πάνω στις βίλες του, την ίδια στιγμή που οι λογαριασμοί πήραν κι αυτοί την πάνω βόλτα.
Ολα τα παραπάνω έγιναν ειδήσεις, καλές ειδήσεις. Ενώ ήταν εγκλήματα, ξεκάθαρα εγκλήματα. Η προχθεσινή τραγωδία δεν ήταν δυστύχημα. Ηταν ένα ακόμα έγκλημα. Δεν μπορώ να φανταστώ καν πώς ένιωσαν ο γονιός, ο φίλος, ο σύντροφος ακούγοντας αυτόν τον συγκεκριμένο Μητσοτάρχα να τους μιλάει, αξύριστος, απλά ντυμένος, στημένος μπροστά στην κάμερα: «Θα πενθήσουμε τα παιδιά μας», είπε. «Θα μείνουμε ενωμένοι και σε αυτή την τραγωδία», είπε. Λίγες ώρες πριν είχε ακυρώσει την προεκλογική φιέστα στη Σαλονίκη για τα συστήματα ασφάλειας σιδηροδρόμων (που δεν δούλευαν) και λίγα λεπτά μετά έριξε δεκάδες δακρυγόνα στα νέα παιδιά που διαδήλωναν με ένα κερί στο Σύνταγμα.
Καθόλου ενωμένη δεν θέλω να μείνω μαζί τους, σε καμία τραγωδία, κωμωδία, παρωδία. Καθόλου. Σε καμία.
Υπάρχει ένας υποτακτικός σύνδεσμος: το «αν». Αυτό το μικρούλι, ανέφελο, φαινομενικά αθώο «αν» κρύβει κάτι πολύ επικίνδυνο: την αλήθεια… Αν είχε η Ελλάδα καλύτερο σιδηρόδρομο, ποιος θα έχανε; Ποιοι διαχειρίζονται τους αυτοκινητόδρομους; Ποιοι τα διόδια; Ποιοι τα καύσιμα; Αν είχαν ακούσει όλους αυτούς που καμπάνες βαρούσαν πως δεν λειτουργούν τα ηλεκτρονικά συστήματα γιατί δεν υπάρχουν συστήματα να λειτουργήσουν, ποιος θα κέρδιζε; Αν δεν είχε κατακερματιστεί ο ΟΣΕ σε δεκάδες τμήματα που μετά ιδιωτικοποιήθηκαν, ποιος θα έχανε; Αν τον Καραμανλή του Αχιλλέως δεν τον έλεγαν Καραμανλή, θα ήταν υπουργός ή μήπως ούτε καστανάς όξω απ’ τη Βουλή; Αν είχε τσίπα ο Εν Λόγω (που μας έδωσε και τον λόγο του ότι «ποτέ ξανά»), θα πάγωνε η κόλαση;
Το μόνο σίγουρο είναι πως αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, θα την είχαν και αυτή ιδιωτικοποιήσει και δεν θα βρίσκαμε μήτε σεμέν να θάψουμε. Ευτυχώς είχε ποδάρια. Τρία, μαζί με το μπαστούνι. Ακόμα το έχω αυτό το μπαστούνι. Το κοιτάω και μου μιλάει. Ξέρεις τι μου λέει; Πως σαν το έγκλημα μένει ατιμώρητο, εγκληματίας δεν είναι μόνο αυτός που το κάνει, δεν είναι μόνο αυτός που δεν τον τιμωρεί. Είναι και όσοι ανέχονται την ενοχή.
