ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μανώλης Πιμπλής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καλλιεργείται ευρέως η εντύπωση ότι η γρηγορότερη πρόσβαση στην πληροφορία ισοδυναμεί με δύναμη και με χρήμα. Αυτό ιδίως στον κόσμο των επιχειρήσεων και της πολιτικής. Ο λόγος περισσότερο για την «κρυφή» πληροφορία, για πράγματα που συζητιούνται πίσω από κλειστές πόρτες ή για νέες πληροφορίες για γεγονότα που μόλις έχουν παραχθεί, για ανακαλύψεις που έχουν μόλις προκύψει. Εξού και η πλήρης ανάπτυξη της τεχνολογίας των υποκλοπών, του χακαρίσματος, της παρακολούθησης γενικότερα. Αυτό όμως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι ο εύκολος δρόμος για την πληροφορία, με τον ίδιο τρόπο που ο εύκολος δρόμος για το χρήμα δεν είναι να χτίσεις με μόχθο ετών μια επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά να κλέψεις μια τράπεζα.

Ο δύσκολος δρόμος προς την πληροφορία, και τη γνώση φυσικά, είναι η ικανότητα ανάγνωσης της πληροφορίας που ήδη υπάρχει και που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Το δύσκολο δεν είναι να υποκλέψεις μια πληροφορία, αλλά να βρεις, ανάμεσα στις πολλές υπάρχουσες, αυτή που σε ενδιαφέρει και να μπορέσεις να την επεξεργαστείς.

Ολα αυτά σχετίζονται με το ζήτημα της ανάγνωσης. Η πολλαπλά πολύτιμη έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς που δημοσιεύτηκε προ ημερών από τις εκδόσεις Gutenberg και τον ΟΣΔΕΛ, με την υπογραφή του καθηγητή Κοινωνιολογίας Νίκου Παναγιωτόπουλου καθώς και το συμπληρωματικό βιβλιαράκι του τελευταίου «Η αγάπη για την ανάγνωση» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα δείχνουν ακριβώς αυτό: η ανάγνωση δεν είναι απλώς ζήτημα αλφαβητισμού.

Η πρόσβαση στην πληροφορία και τη γνώση, η πρόσβαση ευρύτερα σε ένα πολιτισμικό κεφάλαιο που μεταδίδεται μέσω των βιβλίων, είναι άνιση, ακόμα και αν τα κείμενα είναι μπροστά μας. Μπορεί κάποιος να είναι υπάλληλος σε βιβλιοθήκη και να μη διαβάζει τίποτα. Το αν θα γίνει αναγνώστης βιβλίων, συστηματικός ή μη, δεν αποτελεί θέμα κλίσης ή μόνο υλικής πρόσβασης, αποτελεί θέμα κοινωνικής προέλευσης, καταγωγής, εκπαίδευσης. Και δυστυχώς η ανάγνωση είναι προνόμιο των ήδη καλλιεργημένων τάξεων. Μάλιστα ο Νίκος Παναγιωτόπουλος σημειώνει ότι στις μέρες μας παρατηρείται το φαινόμενο, αντίθετα με προηγούμενες εποχές, στελέχη του παραγωγικού τομέα και επιχειρηματίες να αποκτούν, μέσω των πανεπιστημίων στα οποία φοιτούν, καλύτερη πρόσβαση στο πολιτισμικό κεφάλαιο, κάτι που δημιουργεί διπλή ανισότητα, οικονομική και πολιτισμική, και διευρύνει το πεδίο της κυριαρχίας.

Αρα η οποιαδήποτε πολιτική βιβλίου, ειδικότερα η περίφημη «φιλαναγνωσία», πρέπει να λαμβάνει υπόψη της ότι πρέπει μεν να αυξηθεί η υλική πρόσβαση στο βιβλίο –μέσω ανάπτυξης των βιβλιοθηκών, σχολικών, δημοτικών και άλλων– αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να αυξηθούν οι αναγνώστες. Για να το πούμε διαφορετικά, για να πάψει κάποιος να θεωρεί το βιβλίο μπιμπελό, στο ίδιο του το σπίτι, δεν πρέπει να πέσει κάποιο τείχος στην υλική πρόσβαση, πρέπει να πέσουν τα τείχη μέσα του που τον εμποδίζουν να το βλέπει έτσι. Και αυτό χρειάζεται δεκαετίες δουλειάς. Τουλάχιστον τόσες όσες χρειάστηκε η ιδιωτική τηλεόραση, με τετράωρη καθημερινή κατήχηση, να του κρατήσει αλλού το βλέμμα.