Βαίνομεν προς συμφωνία; Υπάρχουν πράγματι ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της λύσης. Η ελληνική πλευρά δηλώνει με κάθε ευκαιρία την πρόθεσή της να υπάρξει συμφωνία και έχει κάνει αρκετές υποχωρήσεις για να προσεγγίσει τις θέσεις των εταίρων.
Ο πρωθυπουργός απέκλεισε κατηγορηματικά τις εκλογές. Ο κεντρικός τραπεζίτης της Ευρώπης χαλάρωσε κάπως τη θηλιά. Η Μέρκελ, όπως αναφέρουν πολλά γερμανικά μέσα ενημέρωσης, έχει πάρει το πάνω χέρι από τον Σόιμπλε.
Ο χολωμένος με τον Τσίπρα Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ξεθύμωσε. Ξένοι τραπεζίτες προειδοποιούν, κυρίως τους θεσμούς, για το κόστος που θα έχει στην παγκόσμια οικονομία ένα ελληνικό ατύχημα. Ο Ομπάμα πιέζει εδώ και καιρό και τις δύο πλευρές, εσχάτως μόνο την ελληνική, γιατί φοβάται τις γεωπολιτικές συνέπειες.
Ωστόσο, επειδή έχουμε ζήσει τους τελευταίους μήνες πολλές ανατροπές -μία λάδι μία ξίδι πηγαίναμε- και επειδή η παρότρυνση των Ευρωπαίων ηγετών προς τον Τσίπρα «βρείτε τα με τους θεσμούς» δεν προϊδεάζει για κάτι καλό, πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Αλλά ας δεχθούμε ότι σήμερα είμαστε πιο κοντά από ποτέ σε μια συμφωνία, όπως υποστήριξε ο Μοσκοβισί. Τι είδους συμφωνία θα είναι αυτή;
Με βάση τα όσα ξέρουμε, ο Τσίπρας έχει εξασφαλίσει μικρότερα πλεονάσματα απ’ αυτά που απαιτούσαν οι δανειστές από τους Σαμαρά-Βενιζέλο, μεγαλύτερα όμως απ’ αυτά που περιλαμβάνονταν στην αρχική ελληνική πρόταση.
Επίσης έχει καταφέρει να θέσει στο τραπέζι το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους, χωρίς πάντως να έχει αποσπάσει κάποια δεσμευτική δήλωση για τη διευθέτησή του. Στα μέτωπα των συντάξεων, των εργασιακών και του ΦΠΑ τα πράγματα είναι θολά.
Η κυβέρνηση απορρίπτει τις ιδέες των δανειστών, αλλά αν η υπόθεση παραπεμφθεί στους θεσμούς τότε δύσκολα θα βρεθεί κοινός τόπος, αφού το ΔΝΤ δεν έχει δώσει δείγματα αναδίπλωσης από τις ακραίες θέσεις του. Αυτό το πακέτο -λειψό εξ ανάγκης γιατί δεν υπάρχει περισσότερη πληροφόρηση- μπορεί η κυβέρνηση να το πουλήσει; Στο εθνικό ακροατήριο πιθανόν, στο κομματικό δύσκολα.
■ Στην κοινωνία πλειοψηφεί καθαρά η άποψη για συμφωνία πάση θυσία. Οι περισσότεροι πολίτες -ανεξάρτητα από την προτίμησή τους στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου- κουρασμένοι από τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις, απελπισμένοι από την απουσία σαφούς προοπτικής, σαστισμένοι από τον ορυμαγδό των αντιφατικών πληροφοριών, τρομοκρατημένοι από το ενδεχόμενο μιας επικίνδυνης περιπέτειας αν τα σπάσουμε με τους εταίρους, απογοητευμένοι από τη ματαίωση των προσδοκιών για γρήγορη και αμοιβαία επωφελή λύση, ζητούν εδώ και τώρα συμφωνία κι ας είναι κακή για τη χώρα.
Βεβαίως μετά, όταν θα αποδειχθεί στην πράξη πολύ βαριά, θα σκούζουν και θα χτυπιούνται, θα πετροβολούν τον Τσίπρα και την κυβέρνηση, αλλά αυτά είναι μέσα στο πολιτικό παιχνίδι. Μπορεί πάντως τα φαινόμενα οργής να εκτονωθούν σχετικά γρήγορα αν η κυβέρνηση επιταχύνει τον ρυθμό της σε άλλα πεδία και δρομολογήσει αλλαγές που θα αποδεικνύουν ότι διαφέρει από τις προηγούμενες.
Πλεονέκτημα για την κυβέρνηση είναι η κατάσταση που επικρατεί στην αντιπολίτευση.
Η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ κουβαλάνε πολλές αμαρτίες, το Ποτάμι ψάχνεται και μπερδεύει τον κόσμο, ενώ το ΚΚΕ μόνο ως προσωρινό καταφύγιο των δυσαρεστημένων αριστερών μπορεί να λειτουργήσει.
■ Στο κόμμα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στις οργανώσεις, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να προχωρήσει σε συμφωνία που θα έρχεται σε αντίθεση με τις προγραμματικές εξαγγελίες της.
Τα περισσότερα μέλη και ένας σημαντικός αριθμός στελεχών προκρίνουν τη ρήξη. Στο ίδιο μήκος κύματος είναι κορυφαίοι υπουργοί, αλλά και μια μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ (το 53%), όπως συνάγεται από τη δημοσκόπηση της MARC για λογαριασμό της τηλεόρασης του Αlpha. Βεβαίως δεν ξέρουμε πώς αντιλαμβάνονται τη ρήξη όσοι προτρέπουν τον Τσίπρα να μη συμβιβαστεί. Θεωρούν ότι ρήξη είναι η προσφυγή στις κάλπες και έως εκεί; Στη συνέχεια τι νομίζουν ότι θα συμβεί;
Αν οι κάλπες βγάλουν τον ΣΥΡΙΖΑ ενισχυμένο και αυτοδύναμο, εκτιμούν ότι οι εταίροι θα αναγκαστούν εκόντες-άκοντες να βάλουν νερό στο κρασί τους και θα υποκλιθούν στη λαϊκή ετυμηγορία; Εχουν συνυπολογίσει οι οπαδοί της σύγκρουσης ότι μπορεί το αποτέλεσμα μιας τέτοιας απόφασης -ακόμη και με συντριπτική υπεροχή του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή- να είναι η έξοδος της χώρας από το ευρώ; Ουδείς είναι σε θέση να απαντήσει με ασφάλεια σ’ αυτά τα ερωτήματα.
● Κοντολογίς: Ο Αλέξης Τσίπρας είναι πρωθυπουργός της χώρας και οφείλει πρωτίστως να παίρνει υπόψη του τις διαθέσεις της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών. Είναι όμως και επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και δεν μπορεί να αδιαφορεί για τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στο εσωτερικό του κόμματος και στο εκλογικό ακροατήριό του. Δύσκολο το δίλημμα. Αλλά αυτός δεν έχει πει ότι η Αριστερά είναι για τα δύσκολα;
