Είκοσι χρόνια στην Οξφόρδη ο Στάθης Καλύβας και δεν είδε ποτέ κανέναν «γραμμένο» τοίχο. Τριάντα πέντε χρόνια στο Πάντειο εγώ και είδα πολλούς, όπως είχα δει και στη Σορβόνη, τότε που «είχαν τον λόγο οι τοίχοι».
Μάλιστα «έγραψα», θυμάμαι μια φορά, για να εκνευρίσω τον φύλακα που μας έκλεινε την πόρτα τα μεσάνυχτα σ’ ένα απερίγραπτο ξενοδοχείο που είχε μείνει, αυτοεξόριστος, και ο Γιόζεφ Ροτ.
Ο Καλύβας, είχε, υποθέτω, στην Οξφόρδη, τον Τζέιμς Μιρλς. Εγώ, μαζί με τον Καράγιωργα, βρεθήκαμε στη θέση του Τσάκωνα, υπουργού Πολιτισμού επί χούντας.
Οι τοίχοι «γράφονται» -και θα «γράφονται»- γιατί κάτι έχουν να πούνε στον Καλύβα: ότι εκτός από τους οξφορδιανούς -τον Παπαντωνίου και τον Στουρνάρα- υπάρχουν και τα κινήματα. Υπάρχει λοιπόν ένα χάσμα ανάμεσα σε ό,τι «γράφεται» στους τοίχους και σ’ εμάς που γράφουμε στα χαρτιά. Διότι «στα χαρτιά» μένουν οι ελευθερίες που μας δίνουν. Ομως, και «στα χαρτιά» (τα νομοσχέδια) θα μείνουν οι ελευθερίες που μας στερούν.
Υπερβάλλω; Χθες, στο «Κυριακάτικο Βήμα», ο διευθυντής του έκλεινε με τα εξής: «Τίποτε δεν βεβαιώνει ότι η επόμενη φάση θα είναι ειρηνική. Αντιθέτως, οι διευρυνόμενες ανισότητες θα συσσωρεύσουν καύσιμη ύλη στις κοινωνίες και κατά πάσα βεβαιότητα ένας νέος κύκλος διεκδικήσεων και κοινωνικών εντάσεων θα ανοίξει μετά το πέρας της πανδημίας […] Η Ιστορία βρίθει αποτυχημένων, αστυνομικού τύπου, επιχειρήσεων του νόμου και της τάξης».
