Πού είναι οι βρύσες μας στον γύρο του δρόμου, με τα πέτρινα ξόμπλια τους και το γάργαρο, τρεχούμενο νερό τους; Πού είναι οι κορφές μας οι πασπαλισμένες με χιόνι, να στραφταλίζουνε στην ξαφνική λιακάδα του Νοέμβρη; Τι γινήκανε τα ρυάκια μας, που αρχινίζανε κιόλας να κυλάνε με τις πρώτες φθινοπωρινές μπόρες; Πώς αδειάσανε έτσι οι αρόλιθοι στα όρη, που άλλοτε τέτοιες μέρες ήτανε γεμάτοι με νερό, να ποτίζονται τα ζωντανά και τα πετούμενα; Πού είναι οι πηγές μας, να ξεχειλίσουνε στην πρώτη καταιγίδα απ’ το νερό, που γύρευε πόρο για να βγει μανισμένο απ’ τα υπόγεια μονοπάτια του;
Μπήκε ο Νοέμβρης κι ακόμη άνυδροι οι τόποι. Από μέρα σε μέρα θα ’ρθουνε κι οι βροχές, λένε τα δελτία· μπορεί να βρέξει και σήμερα, είπε χτες ο παρουσιαστής. Διψά το μέρος για νερό· στερέψανε τα φράγματα, κλείνουν οι γεωτρήσεις, σταυροκοπιούνται οι χωριανοί μπας και ελεήσει ο Κύριος και ρίξει καμιά γερή μπόρα, να χορτάσουνε τα ζωντανά και ν’ ανακουφιστούνε τα δεντρά.
Μα ακόμη και να βρέξει, που σίγουρα κάποια στιγμή θα βρέξει, δεν θα αλλάξουν και πολλά· ίσαμε είκοσι μέρες παραπάνω θα κρατά η εποχή της ξηρασίας στην Κρήτη ώς το 2050, λένε οι επιστήμονες. Ηδη ο περσινός χειμώνας ήτανε καταστροφικός κι αρχινίσανε οι δήμοι και η Περιφέρεια να λαμβάνουνε μέτρα για την εξοικονόμηση νερού· κρύος ιδρώτας λούζει τους επιτελείς στη σκέψη πως ενδέχεται να έρθει ένας ακόμη τέτοιος χειμώνας για δεύτερη, απανωτή χρονιά.
Κι αν το είπανε το φαινόμενο «κλιματική αλλαγή» κι ενέχονται οι μεγάλοι κι οι ισχυροί ετούτου του πλανήτη, το βάλαμε κι εμείς το χεράκι μας. Παντού λάστιχα ποτιστικά κι υδρόφιλες καλλιέργειες, και δώσ’ του γεωτρήσεις και υπεράντληση, και πάρε πυρκαγιά και αποψίλωση, και βάλε μέσα πρόβατα και αίγες να κάμουνε σπανό τον τόπο, και να σου οι εκχερσώσεις και οι καταστροφές, έφτασε το οικοσύστημα στα όριά του. Τόσο, που ακόμη κι η παγκόσμια κλιματική αλλαγή να μην υπήρχε, πάλι αργά ή γρήγορα θα βρίσκαμε την έλλειψη νερού μπροστά μας.
Γιατί κι αυτό το αγαθό, όπως και όλα τ’ άλλα, είναι πεπερασμένο, αλλά εμείς του συμπεριφερθήκαμε ωσάν να ήταν ανεξάντλητο. Αμετροεπείς, ανοικονόμητοι κι εγωιστές εκ φύσεως μάλλον, θαρρούμε ότι το σύμπαν διαστέλλεται μονάχα επειδή υπάρχουμε εμείς. Κι αφού κατασπαταλήσαμε το νερό αλόγιστα καταστρέφοντας τους φυσικούς του ταμιευτήρες και τη δυνατότητα του εδάφους να τους ανανεώνει, τώρα γυρεύουμε από μηχανής θεούς σε αφαλατώσεις, βομβαρδισμό του ουρανού για πρόκληση βροχής και άλλα ευφάνταστα, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουμε μονάχα πώς θα βοηθήσουμε το φυσικό μας περιβάλλον να επανακάμψει, όσο μπορεί.
Κι αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θ’ αργήσει η ημέρα που θα μας φταίνε όλοι και θ’ αρχινίσουμε να φαγωνόμαστε και μεταξύ μας.
