Στο πλαίσιο των συνεντεύξεων σημαντικών διεθνών προσωπικοτήτων και διανοουμένων, η «Εφημερίδα των Συντακτών» απευθύνθηκε στον μεγάλο Γερμανό κοινωνιολόγο, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ. Παρότι ο ίδιος αρνήθηκε να μιλήσει δημοσίως, αφού σπάνια δίνει συνεντεύξεις, μας έστειλε την παρακάτω απάντηση, η οποία από μόνη της αποτελεί ένα κοινωνιολογικό σχόλιο για τον ρόλο των διανοουμένων, των ΜΜΕ, των εκδοτών και των μεσαζόντων (ατζέντηδων).
Αγαπητέ Τάσο, εδώ είναι η απάντησή μου στο αίτημά σου για συνέντευξη. Με τις καλύτερες ευχές μου για την εφημερίδα σας!
Οι δημοσιογράφοι και οι κριτικοί θα πρέπει από μόνοι τους να πουν κάτι, αντί να ακολουθούν αυτό που έχει εκφράσει ένας συγγραφέας. Αυτός κατά κανόνα ό,τι είχε να πει το έγραψε και το δημοσίευσε. Οι συνεντεύξεις σπανίως πληρώνονται. Θεωρούνται δωρεάν προβολή για τον συγγραφέα. Οι εκδότες έχουν κατανόηση γι’ αυτή τη διαδικασία και την αποδέχονται επειδή [η συνέντευξη] είναι φθηνότερη από την καταχώριση μιας διαφήμισης.
Με την πάροδο του χρόνου οι συγγραφείς συνηθίζουν στην επανάληψη ορισμένων φράσεων από το ρεπερτόριό τους. Αυτό είναι δύσκολο να αποφευχθεί και γίνεται βαρετό για όλους τους εμπλεκόμενους. Επιπλέον, λάβετε υπόψη τη μεγάλη διαφορά μεταξύ προφορικής έκφρασης και γραπτού λόγου.
Δεν μπορούν όλοι να γράφουν ό,τι λένε, όπως ο Τεοντόρ Αντόρνο. Κάποιοι δεν βρίσκουν καμία σημασία σε αυτό. Αυτό για έναν συνεντευξιαζόμενο, για τον οποίο η συνέντευξη δεν έχει αξία, σημαίνει πως ό,τι έχει να πει θα πρέπει και να το επεξεργαστεί, δηλαδή να το μετατρέψει σε γραπτό κείμενο. Είναι προτιμότερο να γράψει, λοιπόν, κάτι νέο αντί να επιδοθεί σε βελτίωση του δικού του λόγου γραμματικά και εννοιολογικά, γιατί αυτή η δουλειά είναι κουραστική, ανώφελη και στείρα
Ο Γερμανός διανοούμενος, σε μια έμμεση κριτική για τη δημόσια σφαίρα και τον ρόλο των στοχαστών σ’ αυτήν, εκδηλώνει την προτίμησή του στην προσήλωσή τους στο έργο τους και όχι σε δημόσιες παρεμβάσεις, οι οποίες, όχι σπάνια, αποτελούν ασκήσεις δημοσίων σχέσεων και διαφημιστικής πρακτικής. Παράλληλα εκφράζει την άποψη ότι οι δημοσιογράφοι και οι δημοσιολογούντες θα πρέπει –εκτός της αναπαραγωγής– να επιχειρούν και την παραγωγή πρωτότυπης σκέψης.
Γεννημένος το 1929 στη Βαυαρία, ο Εντσενσμπέργκερ είναι από τους τελευταίους της γενιάς των διανοουμένων των οποίων τα γραπτά διαμορφώθηκαν από την εμπειρία του ναζισμού και του Τρίτου Ράιχ. Στην εφηβεία του εντάχθηκε στη χιτλερική νεολαία, αλλά σύντομα διαγράφηκε καθώς, όπως λέει ο ίδιος, ήταν «ανίκανος να γίνει καλός σύντροφος» και δεν μπορούσε να μείνει σε μία γραμμή, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν του χαρακτήρα του.
Με σπουδές λογοτεχνίας και φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια του Φράιμπουργκ, του Αμβούργου και του Παρισιού (Σορβόνη), είναι ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς, δοκιμιογράφους και ποιητές της σύγχρονης Γερμανίας. Για το έργο του έχει αποσπάσει πολλά βραβεία, μεταξύ αυτών και το βραβείο Georg Buchner, τη σπουδαιότερη λογοτεχνική διάκριση στη Γερμανία.
Μεταξύ άλλων έχουν εκδοθεί στα ελληνικά τα έργα του «Αναβρασμός» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016), «Γλυκό τέρας Βρυξέλλες» (Νεφέλη, 2014), «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» (Οδυσσέας, 2005), «Πολιτική και Πολιτισμός» (Scripta, 2000), «Για μια θεωρία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας» (Επίκουρος, 1981).
