Το καλοκαίρι κοιμάμαι με ανοιχτό το παράθυρο. ‘Η, τουλάχιστον, προσπαθώ να κοιμηθώ· κάτι η ζέστη, κάτι το φιλήδονο της καλοκαιριάτικης βραδιάς, κάτι που σκέψεις κι αναμνήσεις ταξιδεύουν γρηγορότερα το καλοκαίρι -θαρρείς σαν ραδιοκύματα μακρινού κι αγαπημένου σταθμού που πιάνεις ανέλπιστα στο ραδιόφωνό σου, δύσκολα κολλάει ο ύπνος πριν από τις μικρές τις ώρες.
Απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο ακούω τον βόμβο του κλιματιστικού του αντικρινού σπιτιού.
Ενα αυτοκίνητο, που ανηφορίζει αγκομαχώντας τον απόμερο, προαστιακό μας δρόμο. Δυο σκυλιά να αλυχτάνε, αναστατωμένα από ένα συμβάν που θα μείνει παντοτινά αδιευκρίνιστο.
Ενα τριζόνι να δίνει τη μεταμεσονύχτια παράστασή του. Ενα μωρό που μόλις ξύπνησε και κλαίει. Μια ζωηρή συζήτηση.
Εναν αποχαιρετισμό σε κάποιον μουσαφίρη. Καμιά φορά μια κουκουβάγια, να τραγουδά τον πένθιμο σκοπό της.
Απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο μπαίνουν τα γέλια και τα χαχανητά των παιδιών που βεγγερίζουνε σε μιαν αυλή παρέκει. Δώσανε πανελλήνιες και περνούν το καλοκαίρι τους περιμένοντας τις βάσεις εισαγωγής.
Ποιος ξέρει σε ποια δαιδαλώδη μονοπάτια της ζωής θα χαθούν απ’ τον Σεπτέμβρη· άραγε θα ξανασμίξουν τις επόμενες χρονιές σ’ ετούτη την αυλίτσα ή θα βρεθούνε με καινούργια πρόσωπα, σε καινούργια μέρη;
Απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο γίνομαι ωτακουστής στους καβγάδες ενός ζευγαριού. Τα λόγια της γυναίκας, σκληρά κι απαξιωτικά κατά κανόνα, φτάνουν πιο καθαρά στ’ αυτιά μου, μιας και συνήθως βλαστημάει το έτερόν της ήμισυ απ’ το μπαλκόνι κι αυτός της απαντάει τα δικά του από μέσα.
Το παίζουνε για χρόνια ετούτο το σκετς, ολοένα και με μεγαλύτερο μένος. Φαίνεται πως υπάρχουν και παιδιά στην οικογένεια· μονίμως κατηφείς κι αμίλητοι κομπάρσοι.
Απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο αχνοφεγγίζει το φως του στύλου στη γωνία. Μια αδιόρατη μουσική, σαν από γάμο ή συναυλία, φτάνει λαχανιασμένη από μακριά· ένα στιγμιότυπο χαράς, που στέλνει τα φωτόνιά του στο σύμπαν πριν σβήσει και χαθεί παντοτινά.
Μια υποψία δροσερού αέρα, σαν απατηλό χάδι, κάνει το παντζούρι για λίγο να τρίξει. Καμιά φορά, μια ευωδιά νυχτολούλουδου ή μια αποφορά αποχέτευσης που χρειάζεται απόφραξη.
Απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο μπαίνουνε, το ξημέρωμα, οι πρώτες ηλιαχτίδες. Ξυπνώ και κλείνω το παντζούρι.
Ερχεται κάποτε ο ύπνος και με παίρνει μες στη νύχτα, καθώς στριφογυρίζω στις σκέψεις μου. Αδυνατώ να προσδιορίσω τη στιγμή, αδυνατώ να καταγράψω την τελευταία συνειδητή σκέψη του μυαλού μου και την πρώτη εικόνα του ονειρικού μου υποσυνείδητου.
Το καλοκαίρι κοιμάμαι με ανοιχτό το παράθυρο. Με βοηθά για να ξυπνώ με ανοιχτή την ψυχή.
