Αμάρτησα. Οχι μία. Ούτε δύο. Πολλές φορές και κάποιες ακόμη. Και μπορεί αμαρτία εξομολογουμένη να μη νογάται γι’ αμαρτία, ωστόσο η αλήθεια του δις (και βάλε) εξαμαρτείν καλά κρατεί. Κρατώ, λοιπόν, κι εγώ τις αμαρτίες και εξομολογούμαι τις αλήθειες: διαβάζω σχεδόν τα πάντα. Οχι μόνο τα κουλτουρέ, τα διανοουμενέ, τα βαθυστοχαστέ. Αλλά και τ’ άλλα, τα ελαφρολαϊκά, τα μυξοκλαψίστικα, τα γλαφυρολουσάτα.
Απλά αυτά δεν τ’ αγοράζω. Τα διαδικτυοενημερώνομαι. Σε χαρτί θέλω μόνο όσα αξίζουν πραγματικά, ένεκα που συνεχίζω να νιώθω τη χαρά του αρουραίου κάθε που τα ξεφυλλίζω. Γιατί μπορεί ν’ αλλάζει η είδηση και το μέσο, όμως ο τρόπος ανάγνωσης δεν αλλάζει διόλου. Και κει είναι που την πατάω.
Διότι πώς να αλαφρύνεις με μιαν άγευστη είδηση, αν τη διαβάζεις λες και είναι να δώσεις εξετάσεις σ’ ολάκερο τον Μαρξ; Γίνεται; Ερχεσαι και απογίνεσαι, αυτό γίνεται. Τι να σου κάμω μάνα μου που μ’ έμαθες να ράβω, ένα πράμα. Δεν αντέχεις τα μπαλώματα μετά, τ’ αντέχεις; Ειδικά όταν ενώ υπάρχουν δεκάδες ζητήματα, φλέγοντα και τσουρουφλίζοντα, κάποια μέσα (αρκετά, υπολογίσιμα) επιλέγουν να αναδεικνύουν ειδήσεις όπως: «Τατιάνα Μπλάτνικ: Για άλλη μια φορά ενθουσιασμένη με τις ομορφιές της Ελλάδας!».
Πήγε ανήμερα της επετείου της σφαγής του Διστόμου στην Αντίπαρο για μονοήμερη η εν λόγω, που θα ‘τανε πριγκίπισσα σαν την Κέιτ του Ουίλιαμ, αλλά τι να της κάμω, που τον διώξαμε τον βασιλιά από την Ελλάδα, και δεν πρόκανε να γίνει βασιλιάς ο άντρας της, γιος του Γλίξμπουργκ, υιός της Φρειδερίκης, που ήτανε στα πράγματα όταν δολοφόνησαν τον Λαμπράκη, που δεν πρέπει να νοιάζει το σημερινό 17χρονο, που λέει και ο Κυριάκος, που έβλεπε και κένταγε η κόρη το μαντίλι…
Κάτι δεκάδες αγώνες γίνανε, κάτι εκαντοντάδες σε ξερονήσια πήγανε, κάτι χιλιάδες βασανίστηκαν για χρόνια και τώρα η μικρή Τατιάνα, που δεν θα γίνει ποτέ Φρειδερίκη στη θέση της Φρειδερίκης, κάθεται και κλαίει γιατί δεν την παίζουνε οι πριγκίπισσες οι φιλενάδες της. Πήγε λοιπόν στην Αντίπαρο να πνίξει τον καημό της. Και από κει μας έγραψε: «Ηταν γαλήνια, ήρεμα, το αλμυρό αεράκι φυσούσε τα μαλλιά μου και το πρώτο μπάνιο της χρονιάς γέμισε τις μπαταρίες μου» (στ’ αγγλικά τό ‘γραψε – την επίσημη γλώσσα της ελληνικής τηλεόρασης και της πλειονότητας της νεολαίας).
Ξαλάφρωσα. Ευτυχώς, Παναγία μου! Ευτυχώς που οι κομμουνιστάδες αφήνουν ακόμα τους έκπτωτους να χαίρονται τις ομορφιές της χώρας. Μπορεί να τους πήραν το Τατόι, αλλά μια Αντίπαρο (πρώην τόπο εξορίας) τούς την άφησαν. Να νιώθουν ένα νεοφιλελεύθερο, φιλοβασιλικό αεράκι να τους χαϊδεύει τα μαλλιά και να γαληνεύουν.
Να γίνει το αεράκι άνεμος και να μας πάρει σκορποχώρι πολύ δε θέλει. Το θέμα, βλέπεις, δεν είναι η όποια Τατιάνα. Το θέμα είναι ποιοι επιλέγουν ν’ αναδείξουν τι. Τώρα είναι είδηση στα «ψυχαγωγικά» προγράμματα, αύριο στα «φιλολαϊκά» έντυπα και πριν προλάβεις ν’ ανοιγοκλείσεις τσίνορο, πάλι στο θρονί τους θα τους βρεις. Τότε να δεις για πότε ξεχνάς «απογοητεύσεις» και «αριστερές μελαγχολίες» και βγαίνεις στις ρούγες διεκδικώντας «δημοκρατία»! Μα μάντεψε: Θα ‘ν’ αργά.
Το χειρότερο όμως δεν είναι μήτε αυτό. Πιότερα χειρότερο είναι όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως «απογοητευμένοι μα οι μόνοι γνήσιοι αριστεροί», αραδιάζουν ένα κάρο νεκρούς-σύμβολα (Βελουχιώτηδες, Καραϊσκάκηδες, Μεγαλέξανδρους), λες και τους έχουν πάρει εργολαβία, μιλάν για σύγχρονες χούντες και όλα αυτά μόνο με φωνή και ασχήμιες. Χωρίς όριο, δίχως απαντήσεις, χωρίς επιχείρημα. Τους (και την) άκουσα προψές, είδα το κοινό τους να κουνά το κεφάλι του, τουμ τουμ, όπως τα σκυλάκια/αξεσουάρ παρμπρίζ και να χειροκροτά, κλαπ κλαπ, όπως τα κουρδιστά κουκλάκια, και μου σηκώθηκε η τρίχα… Δεν πήγαινα καμιά εκδρομή σε κάνα εργοστάσιο ναφθαλίνης καλύτερα;
Απ’ όπου και αν το πιάσεις, θα λερωθείς. Ισως, αν είμαι ήδη βαμμένη, να φανεί σαν σούπερ μοδάτη τάση του μακιγιάζ και όχι σαν βρόμα… Βρε λες; Λες να το κάνω; Λες να τ’ αποφασίσω, μπας και αν το ξεκινήσω, θα σωθώ; Βρε λες να το φτάσω ώς εκεί… Να βαφτώ;
