ΤΟ ΝΕΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ που έφερε ο μαρξισμός, σύμφωνα με τους M. Lowy και R. Sayre είναι η docta spes, η σοφή ελπίδα, δηλαδή εκείνη η «αδιάσπαστη ενότητα της σωφροσύνης και της φαντασίας, της λογικής και της ελπίδας, της ακρίβειας του αστυνομικού ερευνητή και του ενθουσιασμού του ονείρου».
Για να ξεπεραστούν οι αφηρημένες ουτοπίες του παρελθόντος, απαιτείται «η ανάμειξη του ψυχρού και του θερμού ρεύματος του μαρξισμού», δηλαδή χρειάζεται «μια ενεργή γνώση, στραμμένη προς την πράξη», με στόχο όχι την αφηρημένη άρνηση της νεωτερικότητας, αλλά την υπέρβασή της, με τη διατήρηση των καλύτερων στοιχείων της.
ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ την Οκτωβριανή Επανάσταση και εκατόν εβδομήντα από τη συγγραφή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», η συγκεκριμένη ουτοπία έχει εξαφανιστεί από το ιστορικό προσκήνιο και τη θέση της έχει πάρει ο εφιάλτης ενός παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού που κατατρώει τις σάρκες των ανθρώπων και του περιβάλλοντος.
Η στρεβλή και μονομερής ανάγνωση του ορθολογισμού που εγκαθίδρυσε ο Διαφωτισμός οδήγησε στη σχιζοφρένεια του παραγωγισμού, του καταναλωτισμού, της λατρείας του χρήματος, της αχαλίνωτης «προόδου» και της τεχνολογικής τυραννίας. Αυτή η τρέλα ώθησε στο περιθώριο το αναγκαίο συμπλήρωμα της ψυχρής ανάλυσης του μαρξισμού, δηλαδή του «θερμού ρεύματός» του, του επαναστατικού ρομαντισμού.
Εκείνης της παράδοσης που άρδευσε επίσης τον μαρξισμό και στην οποία εντάσσονται ο Σισμοντί, ο Μόργκαν, ο Καρλάιλ, ο Ντίκενς, ο Μπαλζάκ, ο Φουριέ, ο Λερού, ο Μάουρερ, αλλά και ο Ρώσος ποπουλιστής Νικολάι Ντάνιελσον, με τον οποίο οι Μαρξ και Ενγκελς διατηρούσαν αλληλογραφία επί μία εικοσαετία. Αλλά και αργότερα ο Ράσκιν και ο Μόρις, ο Γέιτς και ο Ντίλαν Τόμας.
Ο φιλόσοφος Φρέντρικ Τζέιμσον έχει συνοψίσει το παράδοξο της εποχής μας με έναν αφορισμό: «Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου, παρά να φανταστούμε το τέλος του καπιταλισμού». Η αλυσίδα από ήττες της Αριστεράς και η πτώση του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού» συντέλεσαν στη διαμόρφωση αυτού του παράδοξου και στην αποκρυστάλλωση της αριστερής μελαγχολίας.
ΣΗΜΕΡΑ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ και ο μαρξισμός πρέπει να ξαναβρούν τις πηγές τους, δηλαδή τον συνδυασμό ορθολογικής κριτικής του νεοφιλελευθερισμού με την ανάδειξη -μέσω του επαναστατικού ρομαντισμού- όλων των αξιών του παρελθόντος που πρέπει να διατηρήσουμε: την κοινότητα των ανθρώπων, την αλληλεγγύη, την αφοσίωση, τη δέσμευση σ’ ένα σκοπό, την αγάπη και τον σεβασμό για τη φύση, την έννοια του δώρου και των μη χρηματικών σχέσεων, τη μαγεία του αγνώστου και την ανάγκη συμμετοχής στην κοινή ζωή.
Στόχος δεν είναι μια αντιδραστική φυγή στο παρελθόν ή κάποια επιστροφή σ’ έναν χαμένο παράδεισο επί της γης, αλλά το ταξίδι στο μέλλον με τα πιο «καθαρά» καύσιμα του παρελθόντος.
Δεν νοείται Αριστερά που να ενστερνίζεται τις αξίες του βιομηχανισμού και της αναπτυξιολαγνείας, που να υιοθετεί τα φθαρμένα πρότυπα πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης και, πολύ περισσότερο, που να χρησιμοποιεί τη διπλή γλώσσα του πιο δυσφημισμένου κοινοβουλευτισμού και τη δημαγωγία του αγοραίου πολιτικαντισμού.
Ο καπιταλισμός και ο συνακόλουθος αστικός πολιτισμός έχουν προ πολλού εκπέσει στη βαρβαρότητα και όπως -ρομαντικά- έλεγε το σύνθημα του γαλλικού Μάη, «ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, αλλά ότι θα μείνουν ίδια».
