Οσο περνούν οι μέρες και έρχονται στο φως στοιχεία και λεπτομέρειες για τα βιογραφικά των τζιχαντιστών που έπληξαν τη Βαρκελώνη, ανακαλύπτουμε τις ομοιότητες με την πρακτική άλλων τρομοκρατικών κλιμακίων που έδρασαν σε ευρωπαϊκές πόλεις, όπως επίσης τις αβλεψίες και τις αστοχίες των διωκτικών αρχών.
Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα, αλλά είτε αγνόησαν τις προειδοποιήσεις είτε υποτίμησαν τις πληροφορίες.
Η εθνική αστυνομία της Ισπανίας είχε ανακρίνει ήδη από το 2006 τον φερόμενο ως ιθύνοντα νου (νεκρός πλέον) ιμάμη Αμπντλεμπακί Ες Σάτι για πιθανές διασυνδέσεις με δίκτυα τζιχαντιστών. Ο συγκεκριμένος είχε καταδικαστεί σε τετραετή κάθειρξη για λαθρεμπόριο κάνναβης και στη φυλακή ριζοσπαστικοποιήθηκε.
Εχουμε εδώ την επανάληψη της ίδιας ιστορίας. Νεαροί που δεν έχουν καμία σχέση με τον ισλαμοφασισμό συλλαμβάνονται για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου και ο συγχρωτισμός τους στις φυλακές με φανατικούς τούς οδηγεί κατευθείαν στην αγκαλιά των οργανώσεων, οι οποίες τους μετατρέπουν με την κατάλληλη προπαγάνδα σε φονικά όπλα.
Αυτή τη διαδρομή έχουν ακολουθήσει και άλλοι όπως έχει αποδειχθεί στα περιστατικά της Νίκαιας, του Παρισιού, των Βρυξελλών. Αναρωτιέται κανείς γιατί αυτό που είναι οφθαλμοφανές σ’ έναν προσεκτικό παρατηρητή δεν γίνεται αντιληπτό από τις μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες και εξοπλισμό διαθέτουν, και δικούς τους ανθρώπους έχουν «φυτέψει» στους κύκλους των τζιχαντιστών, και τα χέρια τους είναι λυμένα, και το θεσμικό πλαίσιο που έχει επιβληθεί από τις κυβερνήσεις τούς δίνει τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ακόμη και ανεξέλεγκτα.
Οι τρομοκράτες-τζιχαντιστές έχουν ορισμένα πλεονεκτήματα τα οποία δεν είναι εύκολο να τα εξουδετερώσουν οι μηχανισμοί καταστολής, όσο κι αν παραταθεί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Το πρώτο είναι ο αιφνιδιασμός: χτυπούν όποτε θέλουν.
Οι στόχοι τους δεν είναι τα στρατιωτικά και πολιτικά κέντρα του αντιπάλου γιατί αυτά είναι καλά προστατευμένα. Χτυπούν στα τυφλά, αδιαφορώντας αν ανάμεσα στα θύματα είναι παιδιά και μουσουλμάνοι.
Δεν είναι δυνατόν, ακόμη και τον στρατό να κατεβάσουν οι κυβερνήσεις στους δρόμους, να φυλάσσονται επαρκώς όλοι οι πιθανοί στόχοι (εμπορικά κέντρα, πλατείες, πεζόδρομοι, συναυλιακοί χώροι, γήπεδα κ.λπ.). Δεύτερο πλεονέκτημα, η απόφασή τους να πεθάνουν. Οταν έχεις να κάνεις με τέτοιους τύπους, τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα.
Η δουλειά που πρέπει να γίνει προκειμένου να αντιμετωπιστεί η χειραγώγηση μυαλών και συνειδήσεων απαιτεί χρόνο. Τρίτο πλεονέκτημα είναι ότι μπορούν με ασήμαντα μέσα (μαχαίρια, αυτοκίνητα) να προκαλέσουν σφαγή. Ούτε σοβαρό σχέδιο χρειάζονται ούτε όπλα καταστραφής προηγμένης τεχνολογίας. Συνεπώς να μην κάνουμε τη ζωή των τρομοκρατών πιο εύκολη με αβλεψίες και αστοχίες – δεν θέλω να πιστέψω και με σκόπιμες παραλείψεις.
Ανάγωγα
Δήλωσε η Ντόρα Μπακογιάννη για την ελλιπή πάταξη του λαθρεμπορίου: «Είναι αποτέλεσμα επιπολαιότητας και ενδεχομένως σκόπιμης κυβερνητικής αδιαφορίας».
Την επιπολαιότητα να την καταλάβω. Την ανικανότητα να τη δεχτώ. Και τα δύο κουσούρια παρακολουθούν τη δημόσια διοίκηση επί πολλά χρόνια. Ομως η κατηγορία περί σκόπιμης αδιαφορίας είναι πολύ σοβαρή. Δηλαδή, η κυβέρνηση κάνει πλάτες σε λαθρέμπορους; Κάποιο όνομα είτε κυβερνητικού παράγοντα που είναι επίορκος είτε κάποιου λαθρέμπορου που ευνοείται;
