Πρώτη φορά, το καλοκαίρι, με πρώτο υποστηρικτή, ενθουσιώδη, τον μικρό εγγονό μου, οι δύο εγγονοί μου, 12 και 9 ετών αντίστοιχα, δέχτηκαν να κατηφορίσουμε το μονοπάτι από Λαύκο Νοτίου Πηλίου προς Μηλίνα Παγασητικού, μαζί και ο πατέρας τους. Από ένα ραβδί ο καθένας, μπροστά ο μικρός με τον παππού, πίσω ο μεγάλος με τον πατέρα.
Στα μισά της διαδρομής, η βρύση. Νερό γάργαρο, σταματήσαμε. Ξωκλήσι∙ οι ντόπιοι το λένε Μοναστηράκι∙ επίσημο όνομα: Παναγία η Μεσοσπορίτισσα. Γεμάτο Παναγίες το Πήλιο! «Περιβόλι της Παναγίας» λένε το Αγιονόρος.
Αλλά περιβόλι με Παναγίες είναι, νομίζω, το Πήλιο. Ο Πηλιορείτης λαογράφος και φίλος, Κώστας Λιάπης, που τις κατέγραψε κάποτε, τις έβγαλε πάνω από εβδομήντα. «Μου έβγαλαν την Παναγία!» μου είχε πει χαριτολογώντας.
Στη βρύση αλλάξαμε ζευγάρια: μπροστά ο παππούς με τον μεγάλο, πίσω ο πατέρας με τον μικρό. Προηγουμένως, με φώτισε με πληροφορίες, από το κινητό, φίλος ντόπιος, ο Στάθης, που πονάει για την ιστορία του τόπου του.
Τα είπα κι εγώ στους εγγονούς μου, όσο πιο σύντομα μπορούσα, γιατί τα μονοπάτια δεν είναι για κουβέντα, προπαντός σε παιδιά, που άλλα τραβάει η όρεξή τους!
Οι πέτρες στο μονοπάτι (στα λιθόστρωτα μονοπάτια γενικώς) λέγονται μπηχτές, επειδή είναι μπηγμένες για να αντέχουν τις πιέσεις χρόνου, καιρού και βάρους.
Οι κόντρα πέτρες, που κατά διαστήματα, ανάλογα με τη διαμόρφωση του εδάφους, συγκρατούν τις μπηχτές από τυχόν διολισθήσεις, λέγονται πασουμάκια, επειδή σ’ αυτές κυρίως πατάς, όπως πατάει ένα πασουμάκι (παπούτσι) [από το τουρκικό paçmak∙ με υποδιαστολή κάτω από το c].
Το πρόσθετο ενδιαφέρον με τα μονοπάτια, ιδίως αυτά της χερσαίας Ελλάδας, που μαζί με τα γεφύρια υπήρξαν βασικοί βραχίονες επικοινωνίας και διακίνησης πληθυσμών και προϊόντων στις ορεινές περιοχές, είναι η διαδικασία κατασκευής τους:
Μεγάλο μέρος τους προέρχεται από ένα είδος αντιπαροχής: Από τη μια οι κοινότητες και τα κοινοτικά βοσκοτόπια, από την άλλη οι μάστορες με τις περίφημες συντεχνίες χτιστάδων, κυρίως από μαστοροχώρια της Ηπείρου (Ζαγοροχώρια, Κόνιτσα∙ μάστορες π.χ. από την Πυρσόγιαννη εντοπίζονται, αρχές 20ού αιώνα, στις ΗΠΑ!).
Σχεδόν κάθε κτίσμα, οίκημα ή γέφυρα, από την Ηπειρο μέχρι την άκρη της Πελοποννήσου (περιορίζομαι σ’ αυτόν τον ελλαδικό άξονα, διότι συντεχνίες Ηπειρωτών χτιστάδων ή Τηνιακοί αρχιτέκτονες και μαρμαρογλύπτες έφταναν μέχρι Πόλη, Δούναβη και Αίγυπτο!), ιδιόκτητο ή κοινοτικό (κατοικία, αποθήκη, σχολείο, εκκλησία ή γέφυρα), ήταν έργο αυτών των συντεχνιών, των λεγόμενων Κουδαραίων.
Τα υλικά οικοδόμησης (πέτρες, ξύλα, χώμα και άμμος) ήταν μεν ντόπια -της κάθε περιοχής- όμως, από κάπου μεταφέρονταν, με ζώα της συντεχνίας, κυρίως μουλάρια.
Αυτά τα ζώα είχαν ανάγκη τροφής. Την τροφή παρείχαν τα κοινοτικά βοσκοτόπια με αντιπαροχή: Δεν πλήρωναν οι χτιστάδες, όμως στο τέλος κάθε οικοδομικής περιόδου (περίπου Μάιο με Οκτώβριο) ανταπέδιδαν τη ζωοτροφή χτίζοντας μονοπάτια!
Η κοινότητα, με δυο λόγια, έβαζε τα «καύσιμα»! Τώρα μονοπάτια και γεφύρια (όπως το ιστορικό, μονότοξο του Ασωπού που κατέρρευσε πρόπερσι και αναμένει ανόρθωση!) δει δη χρημάτων… και άνευ αυτών ουδέν εστί γενέσθαι. Πάν’ κι τα γιουφύρια, πάν’ κι τα πανηΰρια…
