Ανοίξαμε το βαρέλι με το κρασί, αυτό που βάλαμε εκεί στις αρχές Οκτωβρίου. Ο μούστος του ήταν από σταφύλι που τρυγήθηκε κάπου στην Αττική, από ελληνικά αμπέλια. Ροδίτης, σαββατιανό και κάτι ακόμα που δεν θυμάμαι.
Ηταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που είχαμε δικό μας βαρέλι, και το πρόσωπο του πατέρα έλαμψε από χαρά.
Γέμισε ένα γυάλινο μπουκάλι και το σφράγισε ξανά. Το έβλεπε, το κρασί ήταν σχεδόν έτοιμο, αν και ελάχιστα θολό ακόμη.
«Θα το πάω στην Ερέτρια, στο υπόγειο, και μέχρι τις γιορτές θα έχει γίνει», είπε. «Εχει περισσότερο κρύο εκεί. Θα το καθαρίσει».
Στην Ερέτρια, που έγινε το χωριό που δεν είχαμε.
«Βάλαμε 100 κιλά. Φτάνουν-δεν φτάνουν για τον χειμώνα», είπε σκεφτικός.
Μα εμείς πέρυσι, που δεν είχαμε βάλει βαρέλι, δεν ήπιαμε τόσο πολύ, ήθελα να του πω, αλλά κρατήθηκα. Γιατί να του χαλάσω τη χαρά;
«Λες να τα καταφέρουμε;» δεν κρατήθηκα.
Με κοίταξε λίγο επιτιμητικά. Πήρε αυτό το γνωστό ύφος: Τι ξέρεις και συ, που στο τρίτο ποτηράκι έχεις ζαλιστεί…
Τι καημός κι αυτός, να αγαπάς το καλό κρασί, αλλά να μην το σηκώνεις…
Ομως μου άρεσε έτσι που το κοίταζα, κόκκινο, με μια διαύγεια ρουμπινιού καλής ποιότητας. Αφηνε το φως να περνά από μέσα του, γυάλιζε κάτω από το φως της κουζίνας.
«Δοκίμασε λίγο, κοίτα πόσο καλό είναι». Γέμισε δυο ποτηράκια.
«Είναι σχεδόν μεσημέρι και πρέπει να φύγω για τη δουλειά», αντιστάθηκα· μόνο για λίγο. Πήρα το ένα στο χέρι μου. Ας είναι καλά ο Ηλεκτρικός, σκέφτηκα.
Δοκίμασα δυο-τρεις γουλιές: ήπιο, όσο γλυκό και όσο ξηρό έπρεπε, αρώματα φρούτων. Τέλειο.
Ας είχα λίγο χρόνο, σκέφτηκα. Να φτιάξουμε έναν μεζέ -όχι τίποτα σπουδαίο, λίγο τυρί, λίγο σαλάμι, καμιά ντομάτα και ψωμί- και να καθίσουμε να τα πούμε. Πόσος καιρός πέρασε από την τελευταία φορά, πόση ζωή μάς κλέβει η ίδια η ζωή που τρέχει πέρα από τον έλεγχό μας.
«Ωραίο», είπα, «αλλά δεν προλαβαίνω».
«Δουλειές κι αυτές που πάτε και κάνετε», κούνησε το κεφάλι και άδειασε το ποτηράκι του.
Ντύθηκα κι έφυγα. Ευτυχώς, το κρύο του Δεκεμβρίου δεν με άφησε ούτε να σκεφτώ ότι ζαλίστηκα.
Η δουλειά και η αναμπουμπούλα των ειδήσεων δεν επιτρέπουν χαλάρωση – ίσως και να μου έκαναν καλό αυτές οι δυο γουλίτσες, δεν ξέρω.
Το βράδυ, στον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι, σκεφτόμουν το κρασί. Πολύ ταιριαστό με την εποχή μού φαινόταν, έτσι κόκκινο, ζωηρό και διαυγές. Οχι σαν αίμα πηχτό, αλλά σαν κόκκινη θάλασσα. Μπορούσες να δεις τον πάτο του ποτηριού. Πάντα το προτιμούσα σε σύγκριση με το ροζέ, αν και δύσκολα το ξεχώριζα σε αξία από το λευκό.
Αλλά εμένα ποτέ δεν μου άρεσαν τα ημίμετρα – όποιου είδους. Οσο και αν προσπάθησα, σε όποιο τομέα, ή ήθελα ή δεν ήθελα, ή μπορούσα ή δεν μπορούσα. Πολύ μισούσα τα «ναι μεν, αλλά…».
Φαντάστηκα να κουτσοπίνω μια μέρα σκόλης, με παρέα και κουβέντα και παλιά ρεμπέτικα, και να γελάμε και να χαμογελάμε.
Να, κάτι τέτοια, που γίνονται όλο και πιο σπάνια, πόσο πολύ μου λείπουν, πόσο πολύ λείπουν από όλους μας – έτσι μου λένε όλοι όσοι ξέρω. Είναι σαν τη δύναμη που υπερνικά τη θλίψη, ή τουλάχιστον τη βάζει για λίγο στην άκρη.
Αισθάνθηκα ωραία, σαν να άρχισα να μπαίνω λίγο στο εορταστικό κλίμα, που μέχρι χθες δεν καταλάβαινα. Κάτι ήταν κι αυτό. Κι ας ξέρω ότι θα συζητάμε στο τραπέζι των γιορτών πόσο μας πιέζει η πολιτική και η οικονομική πραγματικότητα.
Με τέτοιο κόκκινο κρασί, όλα θα κατεβαίνουν πιο εύκολα κάτω.
